Posts

Το «Amerika Square» (Πλατεία Αμερικής) του Γιάννη Σακαρίδη θα είναι η επίσημη πρόταση της Ελλάδας για τις υποψηφιότητες των Όσκαρ Ξενόγλωσσης Ταινίας 2018.

η ελληνική πρόταση για τα φετινά Όσκαρ

Το «Amerika Square» (πλατεία Αμερικής), η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του Γιάννη Σακαρίδη – τέσσερα χρόνια μετά το «Wild Duck»- σε σενάριο του ίδιου, του Βαγγέλη Μουρίκη και του Γιάννη Τσίρμπα, βασισμένο στο βιβλίο του τελευταίου, «Η Βικτώρια Δεν Υπάρχει» (εκδ. Νεφέλη), είναι η φετινή ελληνική εκπροσώπηση στην επετειακή 90ή απονομή των βραβείων Όσκαρ.

Μετά από ένα μακρύ ταξίδι σε διεθνή κινηματογραφικά Φεστιβάλ, από το Busan μέχρι το Chicago και από την βράβευσή του με Ειδική Μνεία για την ερμηνεία του Βασίλη Κουκαλάνι, με το βραβείο της Fipresci της Διεθνούς Ένωσης Κριτικών και με το Ειδικό Βραβείο της Επιτροπής Νεότητας στο 57ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, αλλά και το Βραβείο Ίρις καλύτερου μοντάζ, που επιμελήθηκε ο Γιάννης Σακαρίδης, στην 8η απονομή των βραβείων της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου, το «Amerika Square» μπαίνει τώρα σε τροχιά για τα βραβεία Όσκαρ

Η ταινία ετοιμάζεται στα τέλη Σεπτεμβρίου να ανοίξει σε περιορισμένο κύκλωμα σε κινηματογράφους της Νέας Υόρκης και του Λος Άντζελες από την Corinth Films, με το Hollywood Reporter να σημειώνει πως είναι μια από τις καλύτερες ευρωπαϊκές ταινίες για τις οδυνηρές επιπτώσεις του προσφυγικού.

Στην υπόθεση του έργου, ο Τάρεκ, πρόσφυγας από τη Συρία, βρίσκεται με τη δεκάχρονη κόρη του στην Ελλάδα με σκοπό να μεταβεί στη Γερμανία. Με τη βοήθεια του Χασάν, ενός διακινητή μεταναστών, καταστρώνουν το σχέδιο εξόδου από την Ελλάδα, με πλαστά διαβατήρια.

Ο Μπίλι, ένας ροκ σαραντάρης, ιδιοκτήτης μπαρ στην πλατεία Αμερικής, έχει βαλτώσει με τη μοναχική ζωή του. Όταν η Τερέζα, μια μουσικός από την Αφρική, έρχεται να κάνει τατουάζ στο παράνομο τατού studio στο πατάρι του μπαρ, ο Μπίλι την ερωτεύεται. Η Τερέζα, όμως, προκειμένου να πραγματοποιήσει το όνειρό της αποφασίζει να μεταναστεύσει στη Γαλλία.

Ο Νάκος, παλιός φίλος του Μπίλι, ζει ακόμη με τους γονείς του, μισεί τους ξένους που του έχουν πάρει την πλατεία και θέλει να γίνουν όλα όπως παλιά. Έτσι, καταστρώνει ένα σχέδιο «εξολόθρευσης» μεταναστών. Γίνεται, όμως, ένα μοιραίο λάθος.
Το μοιραίο λάθος του Νάκου γίνεται η αφορμή ν’ ανατραπούν τα σχέδια της Τερέζας και του Τάρεκ, αλλά και η μοίρα του Μπίλι.

Πλατεία Αμερικής: 4 καλοί λόγοι για να δεις την ταινία που γλεντάει τον Νεοέλληνα

Παράξενο ή όχι, στην ταινία του Γιάννη Σακαρίδη (που κάνει πρεμιέρα για λογαριασμό της Feelgood την Πέμπτη 23 Μαρτίου), το σινεμά είναι δέντρο. Το δάσος είναι ο ελληνικός μικρόκοσμος, όπως κανένας δεν τον απεικόνισε ως τώρα. Οι μετανάστες, οι (νεο)Έλληνες, οι άνθρωποι χωρίς μελόδραμα, χωρίς κορόνες, χωρίς υπερβολές. Το φιλμ είναι αστείο, πολύ αστείο διάολε, γιατί μας δείχνει όπως είμαστε στ’ αλήθεια.

Αν λοιπόν ψάχνεις λόγο να δεις την Πλατεία Αμερικής, πάρε τέσσερις πολύ πιο σημαντικούς από σκηνοθεσίες και τρικ.

Πλατεία Αμερικής

Γιατί σου δείχνει ότι ο νεοέλληνας δεν είναι ρατσιστής, ούτε φασίστας. Μαλάκας είναι…

Η πιο μεγάλη μαγκιά της ταινίας, είναι αυτός ο πρωταγωνιστής. Ο Νάκος. Ο νεοέλληνας. Ο σύγχρονος νεοέλληνας, όχι εκείνος του ’80. Ο τύπος που σ’ όλη του τη ζωή δεν έχει κάνει τίποτα. Σαράντα χρόνων μπέμπης που τον ταΐζουν οι γονείς του, και που ακόμα ψάχνει λόγους να νιώθει αδικημένος. Όπως γκρινιάζει ένας μπέμπης, όταν τον αναγκάζουν να μοιραστεί τα παιχνίδια του με τ’ άλλα παιδάκια. Το τελευταίο παιχνίδι του Νάκου, είναι η πλατεία (Αμερικής). Και τ’ άλλα παιδιά, οι μετανάστες. Οι ξένοι. Αυτοί που δεν ανήκουν στα μέρη του. Οι “καινούριοι” του σχολείου.

Είναι ο Νάκος ρατσιστής; Έχει στ’ αλήθεια μίσος γι’ αυτούς τους ανθρώπους; Αμφιβάλλω. Μπούλης είναι, με νταϊλίκι ψεύτικο κι ανώριμο παράπονο. Αν δεν ήταν οι μετανάστες, θα ‘ταν κάποιοι άλλοι. Απλά δεν θέλει να μοιραστεί την τσουλήθρα του με κανέναν. Δεν ψάχνει αίτια κι αιτιατά. Είναι εμβρυακά ηλίθιος, εντελώς απαίδευτος, ξεκαρδιστικά (ίσως) μα κι απόλυτα μαλάκας. Έτσι είναι. Έτσι είμαστε. Ρίξε μια ματιά γύρω σου, μια χώρα γεμάτη Νάκους.

(Υπέροχος, απίθανος, φανταστικός Μάκης Παπαδημητρίου! Χτίζει έναν ρόλο ζωγραφιά).

…Αλλά οι μαλακίες πληρώνονται!

Ωστόσο, ακριβώς επειδή ο Νάκος συνεχίζει επί χρόνια να λογαριάζει τα πράγματα με συνθήκες νηπιαγωγείου, δεν το μπορεί να διαχωρίσει το μικρό απ’ το μεγάλο. Γι’ αυτόν το να “διώξει” τους ξένους απ’ τη γειτονιά του, είναι τεράστιο σαν σταυροφορία αλλά κι ελάχιστο όσο να διώξει τα παιδάκια απ’ την τσουλήθρα “του”. Ώσπου το παιχνίδι του στραβώνει. Γίνεται επικίνδυνο. Γυρίζει μπούμερανκ και του χτυπάει τη μούρη. Τότε ο Νάκος κάθεται στη γωνία. Βάζει τα κλάματα. Μετανιώνει (;) αλλά δεν μαθαίνει. Την άλλη μέρα, ξανά θα ψάχνει τρόπο να διώξει τους ξένους. Ξανά θα γκρινιάζει για την πλατεία του. Όλα αυτά όμως, γιατί το μπούμερανκ δεν τον βρήκε στα γεμάτα. Μια μέρα θα τον βρει, δεν υπάρχει αμφιβολία. Και θα του αξίζει. Κι εκείνος θα μιξοκλαίει τότε, χωρίς να καταλαβαίνει τι συνέβη.

Γιατί σου δείχνει ότι ο Έλληνας όταν θέλει είναι αληθινός μάγκας.

Όμως υπάρχει κι η άλλη πλευρά. Υπάρχει κι ο Έλληνας που αξίζει τον κόπο. Ο Έλληνας που αγαπάει τους ανθρώπους και γίνεται θυσία. Εν προκειμένω, ο Μπίλι (Γιάννης Στάνκογλου). Αυτός είναι μεγάλο παλικάρι. Αυτός είναι ρεμάλι της γειτονιάς, όχι “καλό παιδί”. Έχει μπαρ, είναι της νύχτας άνθρωπος και… παράνομος τατουατζής. Όμως αυτός ο τύπος που δεν ακούγεται καλή παρέα για το γιό σου, που δεν θα τον προξένευες ποτέ στην κόρη σου, έχει μέσα του όλα εκείνα τα στοιχεία που ψάχνεις στις ασπρόμαυρες ταινίες του Κωνσταντάρα. Ο Μπίλι έχει μπέσα. Έχει φιλότιμο. Γίνεται θυσία. Ο Μπίλι αγαπάει κι ερωτεύεται. Σου δίνει το χέρι για να μη βουλιάξεις. Δεν το λέει, αλλά το κάνει. Αν τελικά αναρωτιέσαι πού διάολο πήγαν εκείνοι οι άνθρωποι της παλιάς ελληνικής ταινίας, ψαξ’ τους σ’ ένα μπαράκι στην πλατεία Αμερικής. Κι αν θέλεις, ζήτα τους κρυφά να σου χτυπήσουν τατουάζ στον πάνω όροφο.

Γιατί αρνείται να βουλιάξει!

Refuse to Sink. Αυτό ζητάνε όλο και περισσότεροι μετανάστες να τους “χτυπήσει” στο σώμα τους ο Μπίλι. Μια υπόσχεση και μια ελπίδα. Πως αυτοί δεν θα πνιγούνε στη μεσόγειο. Ότι θα φτάσουν ως το τέλος της διαδρομής. Με έναν παρόμοιο τρόπο, ολόκληρο το φιλμ αρνείται να βουλιάξει. Αρνείται να είναι απαισιόδοξο. Οι κακοί κερδίζουν (τι νουάρ θα ‘ταν αλλιώς;), οι φελλοί επιπλέουν, όμως στο τέλος της μέρας κάποιοι άνθρωποι συνεχίζουν το ταξίδι. Και τελικά η ελπίδα ζει, το όνειρο επιπλέει, η ταινία του Σακαρίδη χτυπάει κι αυτή το τατουάζ της. Μπορεί τα σύνορα να είναι μπίζνες. Μπορεί οι άνθρωποι να είναι μπίζνες. Όμως υπάρχει ελπίδα, κι όσο εκείνη υπάρχει αξίζει να υπάρχουμε κι εμείς.

Η ”Πλατεία Αμερικής” έρχεται στις αίθουσες την Πέμπτη 23 Μαρτίου, από τη Feelgood.

ΠΗΓΗ: provocateur.gr

Ο Ελληνοϊρανός σκηνοθέτης και ηθοποιός μιλά στο Lifo.gr με αφορμή την ειδική μνεία που έλαβε στο πρόσφατο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης για τον ρόλο του στην κινηματογραφική «Πλατεία Αμερικής» του Γιάννη Σακαρίδη

Η ταινία, η οποία εστιάζει στο προσφυγικό και τον αντίκτυπό του στην αθηναϊκή πραγματικότητα, του ταίριαξε «γάντι», εφόσον τη θαυμάσια ερμηνεία του στον ρόλο ενός Σύριου πρόσφυγα την οφείλει, εν μέρει, στο γεγονός ότι έχει κι ο ίδιος από παιδί διαμορφώσει μια κουλτούρα κοσμοπολίτη μετανάστη: γεννήθηκε στην Κολωνία από πατέρα Ιρανό και μητέρα Ελληνίδα, μεγάλωσε σε τρεις διαφορετικές χώρες (Γερμανία, Ιράν, Ελλάδα), σπούδασε υποκριτική σε Αθήνα, Βερολίνο και Νέα Υόρκη κι έχει να λέει ότι θα κατάφερνε πολύ λιγότερα στη ζωή του, αν μεγάλωνε σε έναν κόσμο με κλειστά σύνορα, γι’ αυτό και υπερασπίζεται την αναγκαιότητα να είναι ανοικτά για όλους όσοι από επιθυμία ή ανάγκη ξενιτεύονται. Συνεργάστηκε με σκηνοθέτες όπως ο Στάθης Λιβαθινός, ο Λευτέρης Βογιατζής και ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, διακρίνεται ως σκηνοθέτης και ηθοποιός στο παιδικό θέατρο με τη Συντεχνία του Γέλιου, ενώ η «Πλατεία Αμερικής» είναι η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του. Συζητήσαμε γι’ αυτήν, για το προσφυγικό και τα συμφέροντα που το συντηρούν, για τη φασιστική απειλή –«βολεύει, βλέπεις, να φταίει ο αποκάτω και όχι ο αποπάνω σου»–, για τις περιπλανήσεις του στο εξωτερικό, αλλά και στην Αθήνα, για τα προσωπικά του πιστεύω, αλλά και για το παιδικό θέατρο, το οποίο θεωρεί μια πολύ σοβαρή υπόθεση, αφού «ένα γέλιο θα τους ξεμπροστιάσει» και δηλώνει πεπεισμένος ότι «τίποτα δεν χρειάζεται να μείνει όπως είναι, αν είμαστε ενωμένοι και λειτουργούμε με κοινό νου, αγάπη, μα και αυθάδεια», όπως είναι και το σλόγκαν της Συντεχνίας του.

Βασίλης Κουκαλάνι

— Όταν τον Οκτώβριο στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης σού απονεμήθηκε ειδική μνεία για τον ρόλο σου στην «Πλατεία Αμερικής», την αφιέρωσες στον συριακό λαό, κάνοντας έκκληση να ανοίξουν ξανά τα ευρωπαϊκά σύνορα.

Προέβην σε αυτήν τη δήλωση, επειδή θεώρησα ότι μέσω εμού βραβεύτηκε η ιστορία του ανθρώπου που υποδύομαι και που θα μπορούσε να είναι ένας Σύριος ή οποιοσδήποτε άλλης εθνικότητας πρόσφυγας – εκείνους, τρόπον τινά, αντιπροσώπευσα. Εξακολουθώ, άλλωστε, να πιστεύω ακράδαντα στη Συνθήκη της Γενεύης και στα ανοιχτά σύνορα, που δίχως αυτά κι εγώ θα είχα διαφορετική μοίρα. Γιατί μπορεί να μην υπήρξα ο ίδιος πρόσφυγας, απέκτησα όμως κατά κάποιον τρόπο ένα βίωμα μετανάστη, έχοντας ζήσει, σπουδάσει κι εργαστεί σε διαφορετικές χώρες (Ιράν, Ελλάδα, Γερμανία, ΗΠΑ). Την προσφυγιά τη δημιουργούν οι πόλεμοι και πιστεύω πως αυτοί που μαίνονται στη Μέση Ανατολή επιτηρούνται και διαιτητεύονται από τη Δύση, ασχέτως του ότι έχουν και τα εκεί καθεστώτα ευθύνες. Ο ISIS π.χ. δεν είναι τερατογένεση, αλλά εγκληματίες μισθοφόροι που εξοπλίστηκαν από τη CIA και άλλες μυστικές υπηρεσίες για να εξυπηρετήσουν συγκεκριμένα συμφέροντα. Το επιβεβαιώνουν και τα στοιχεία που δημοσίευσε πρόσφατα ο Τζούλιαν Ασάνζ στο WikiLeaks. Η θρησκεία είναι η πρόφαση επιτήδειων για να προσηλυτίσουν αφελείς. Είναι τα ίδια συμφέροντα που εμποδίζουν τόσα χρόνια να βρεθεί λύση στο Παλαιστινιακό…

— Το προσφυγικό παραμένει, πάντως, ανοιχτή πληγή. Είναι νωπή ακόμα η τραγωδία με την έκρηξη από γκαζάκι στον καταυλισμό της Μόριας στη Λέσβο, όπου σκοτώθηκαν μια γυναίκα κι ένα παιδί. Χειμώνιασε και τα προβλήματα πολλαπλασιάζονται. Χρήματα, ωστόσο, δίνονται και πολλά…

Ναι, ακούω κι εγώ για τα χρήματα που διαθέτει η Ε.Ε. για το προσφυγικό. Η γνώμη μου είναι ότι είναι πολύ μεγάλη η υποκρισία της. Μοιράζει ελεημοσύνη χωρίς προοπτικές ή εξοπλίζει στρατούς σαν τη Frontex, σηκώνει φράχτες στα σύνορα και φτιάχνει καταυλισμούς-στρατόπεδα. Η Ευρώπη δεν δικαιούται με κανέναν τρόπο να μιλά για προσφυγική κρίση, έχει δεχτεί πολύ λιγότερους ανθρώπους απ’ ό,τι χώρες όπως ο Λίβανος, η Ιορδανία, το Ιράν, το Πακιστάν, ακόμα και η Τουρκία. Αυτές σηκώνουν το κύριο βάρος του προσφυγικού, παρ’ ότι διαθέτουν πολύ μικρότερο ΑΕΠ. Στον Λίβανο νομίζω ότι η αναλογία είναι ένας πρόσφυγας ανά εννιά κατοίκους, στην Ε.Ε. ένας στους χίλιους! Από κει και πέρα, ναι, υπάρχει κακοδιαχείριση όσον αφορά τα κεφάλαια που διατίθενται γι’ αυτόν το λόγο στην Ελλάδα, όμως αυτό δεν είναι καινούργιο. Ήδη από το 2004 η Ε.Ε. έδινε χιλιάδες ευρώ ανά άτομο που επαναπροωθούνταν στην Ελλάδα από χώρες της Ευρώπης, χρήματα που οι περισσότεροι πρόσφυγες δεν έβλεπαν ποτέ και κατέληγαν είτε στα πέριξ της Ομόνοιας είτε στη διαδρομή Πάτρα-Ηγουμενίτσα, ψάχνοντας να χωθούν σε κάποιο πλοίο για Ιταλία. Για να αντιμετωπιστεί το φαινόμενο χρειάζεται αλλαγή των πολιτικών και πρακτικών που εφαρμόζονται, αλλά κυρίως, μακροπρόθεσμα, αναδιοργάνωση θεσμών, σχέσεων εργασίας και παραγωγής. Όμως, αυτό είναι μια άλλη μεγάλη συζήτηση.

— Ας επιστρέψουμε στην ταινία. Βασίζεται, διάβασα, στο μυθιστόρημα «Η Βικτώρια δεν υπάρχει» του Γιάννη Τσίρμπα, που συνεργάστηκε κιόλας με τον σκηνοθέτη Γιάννη Σακαρίδη στο σενάριο.

Ναι, και έκαναν, νομίζω, πολύ καλή δουλειά. Το φιλμ πραγματεύεται το οδοιπορικό τριών διαφορετικών ανθρώπων στην υφιστάμενη κατάσταση της Αθήνας. Ένας παλιός ροκάς (Γιάννης Στάνκογλου), που ένας απρόσμενος έρωτας με μια Αφρικανή τον βγάζει από τον λήθαργό του, ένας μακροχρόνια άνεργος που υιοθετεί ακροδεξιές ιδέες (Μάκης Παπαδημητρίου) κι ένας Σύριος πρόσφυγας (εγώ), που με τη βοήθεια ενός διακινητή προσπαθεί να βγάλει πλαστό διαβατήριο για να φύγει μαζί με τη μικρή του κόρη στη Γερμανία, να γίνει ένας ακόμα τυχερός από εκείνους που γίνονται δεκτοί ως αξιοποιήσιμοι στην παραγωγική αλυσίδα. Τρεις διαδρομές που συναντιούνται άμεσα ή έμμεσα ώσπου, εν τέλει, να συγκρουστούν, όντες και οι τρεις τους γείτονες σε μια κάποτε κατεξοχήν αστική συνοικία, όπου σήμερα διασταυρώνονται και συνυπάρχουν άνθρωποι από πολλές διαφορετικές χώρες, φυλές και τάξεις. Όλη αυτή, δε, η πληθυσμιακή μεταβλητότητα συνέβη εν μέσω ανεργίας, οικονομικής και προσφυγικής κρίσης, γενικευμένης ανασφάλειας και αβεβαιότητας, με αποτέλεσμα να τροφοδοτήσει μισαλλόδοξα και ξενοφοβικά κηρύγματα. Βέβαια, στην ταινία η «δράση» μεταφέρεται στην πλατεία Αμερικής, όπως είναι και ο τίτλος της, δίχως αυτό να αλλάζει πολλά –πρόκειται, άλλωστε, για μια περιοχή που έχει αντίστοιχα θέματα με τη Βικτώρια. Η πλατεία Αμερικής μού είναι κιόλας, ξέρεις, αρκετά οικεία – νοίκιαζα πολλά χρόνια ένα διαμέρισμα εκεί κοντά, στην Αχαρνών. Τη θυμάμαι, όταν ακόμα ήταν δημοφιλές στέκι ροκάδων. Νομίζω ότι από εκείνη την εποχή απέμεινε μόνο η Rebound. Σήμερα ζουν εκεί αρκετοί μετανάστες, κυρίως Αφρικανοί και Ασιάτες, γι’ αυτό και στοχοποιήθηκε από τη Χ.Α. στο πρόσφατο παρελθόν. Ωστόσο, δεν τη χαλάσανε οι ξένοι την περιοχή, μην τρελαθούμε. Είχε υποβαθμιστεί ήδη, πριν έρθουν. Έμενα με την κοπέλα μου σε ένα διαμέρισμα στον πρώτο όροφο και δεν μπορούσαμε να ακούσουμε ο ένας τον άλλο από τη φασαρία, άσε το καυσαέριο, τη βρόμα, το ανύπαρκτο πράσινο, τα καταθλιπτικά κτίρια, τις χάλια υποδομές…

— Γι’ αυτό μετακινήθηκες Πετράλωνα;

Γι’ αυτό και για πολλούς ακόμα λόγους. Αυτό, άλλωστε, συνέβη προτού γίνουν του συρμού, που λένε. Μένω στα Πετράλωνα από το 2001 κι έχω ζήσει τις αλλαγές αυτής της συνοικίας από πρώτο χέρι. Ήταν μια ήσυχη, αλλά δραστήρια και ιστορική λαϊκή γειτονιά, όπου τα χρόνια μετά την Ολυμπιάδα άρχισε να δημιουργείται μια ωραία ζεύξη με καλλιτέχνες, φοιτητές και γενικά νέους ανθρώπους που πρόσθεσαν μια θετική ποικιλομορφία στην περιοχή, που δεν παρενέβαινε ούτε κυριαρχούσε στον χαρακτήρα της. Πιστεύω πως μια κορύφωση αυτής της κατάστασης ήταν τα δραματικά γεγονότα που ζήσαμε σε όλη τη χώρα, αλλά ειδικά στην Αθήνα ανάμεσα στον Δεκέμβρη του ’08 και στο καλοκαίρι του ’12. Ο Γρηγορόπουλος, τα μνημόνια, οι μεγάλες διαδηλώσεις, οι καταλήψεις στο Σύνταγμα, η αστυνομοκρατία… Τα Πετράλωνα ήταν από τις περιοχές που ευαισθητοποιήθηκαν ιδιαίτερα σε σχέση με όλα αυτά. Στην πλατεία Μερκούρη γίνονταν κάθε τόσο λαϊκές συνελεύσεις, θυμάμαι τον κόσμο να είναι ανήσυχος, να βγαίνει, να συζητά, να κοινωνικοποιείται, να προβληματίζεται, να ελπίζει. Μη με ρωτάς αν και τι έμεινε από όλο αυτό, θα πρέπει να κάνουμε ξεχωριστή συνέντευξη, άσε που νομίζω ότι όλα έχουν ειπωθεί! Από κει και ύστερα, πιστεύω ότι τα μαγαζιά και τα κέντρα που άνοιξαν τα τελευταία χρόνια άλλαξαν πολύ τον χαρακτήρα του τόπου αλλά και των κατοίκων του, εφόσον μετατράπηκαν σε «in» πόλο διασκέδασης, βιώνοντας ένα άτυπο είδος gentrification ή πολεοδομικού εξευγενισμού.

— Κάτι άλλο αξιομνημόνευτο από την κινηματογραφική «Πλατεία Αμερικής»;

Καταρχάς, η εξαιρετική συνεργασία όλων των συντελεστών της ταινίας – ίσως η πιο πραγματικά συλλογική δουλειά που έχω κάνει! Έπειτα, η παρουσία ηθοποιών όπως η Θέμις Μπαζάκα, ο Αλέξανδρος Λογοθέτης, ο Ερρίκος Λίτσης και, βέβαια, ο Μάκης Παπαδημητρίου, ο οποίος ερμηνεύει εξαιρετικά τον Νάκο, έναν συντηρητικό, ακαλλιέργητο, αφελή τύπο που καταλήγει ρατσιστής. Έτσι, εξάλλου, συνέβη με τους περισσότερους που χάψανε το παραμύθι ότι για όλα φταίνε οι ξένοι που τάχα μας στερούν την ευημερία, «τρώγοντας» κρατικούς πόρους και ευρωπαϊκά κονδύλια. Παρ’ ότι, μάλιστα, προβαίνει σε ακραία πράξη, εύκολα κατανοείς ότι δεν είναι κάποιος εκ γενετής ψυχοπαθής φασίστας, αλλά ένας νέος άνθρωπος με έλλειψη κουλτούρας, επαγγελματικά και προσωπικά αδιέξοδα και απουσία προοπτικών. Έχει στερηθεί τη δυνατότητα να κάνει οτιδήποτε δημιουργικό, έχει απολέσει την αίσθηση του ανήκειν, ζει με τους γέρους του, δεν έχει καν παρέες.

— Είναι κοινός τόπος ότι σε τέτοια νερά «ψαρεύει» η ακροδεξιά ρητορική.

Ακριβώς, και αυτό δείχνει ότι ο ρατσισμός δεν είναι ένα εγγενές στοιχείο του ανθρώπου, αλλά δημιούργημα κοινωνικών συνθηκών που υποδαυλίζουν τα κυρίαρχα ΜΜΕ κι εκείνες οι πολιτικές και οικονομικές δυνάμεις που αποκομίζουν συμφέροντα από αυτή την πόλωση. Βολεύει, βλέπεις, να φταίει ο αποκάτω και όχι ο απο πάνω σου.

Ο Βασίλης Κουκαλάνι

Βασίλης Κουκαλάνι

— Είσαι κι εσύ κατά το ήμισυ αλλόφυλος.

Ναι, είμαι μισός Ιρανός, από τον πατέρα μου που γνώρισε την Ελληνίδα μητέρα μου στην Κολωνία, στις μεγάλες φοιτητικές διαδηλώσεις της δεκαετίας του ’60! Ήταν και οι δυο τους πολιτικοποιημένοι σπουδαστές, είχαν τότε και των δύο οι χώρες τυραννικά καθεστώτα, κάτι που δυστυχώς στο Ιράν εξακολουθεί να υφίσταται, απλώς με διαφορετική μορφή… Εκεί γεννήθηκα και μεγάλωσα μέχρι τα έξι μου χρόνια, οπότε μετακομίσαμε στην Τεχεράνη, απ’ όπου φύγαμε για την Ελλάδα λίγο πριν ξεσπάσει ο πόλεμος με το Ιράκ και ενώ ήδη εξουσίαζε ο Χομεϊνί. Όταν εγκατασταθήκαμε στην Αθήνα ήμουν 11 χρονών, αλλά προσαρμόστηκα πολύ γρήγορα, ίσως γι’ αυτό δεν έτυχε να αντιμετωπίσω διακρίσεις ή ρατσιστικές συμπεριφορές. Σύντομα έμαθα καλά και τη γλώσσα και σε αυτές τις περιπτώσεις σε αντιμετωπίζουν αλλιώς, βρίσκεις ευκολότερα τρόπους να ανήκεις. Εντούτοις, τόσο όταν πήγα να βγάλω ταυτότητα όσο και όταν κατατάχθηκα στον στρατό, πιάσανε να προσθέσουν ένα «ς» στο τέλος του επωνύμου μου, ώστε να ακούγεται ελληνοπρεπέστερο! Μαζί, φυσικά, με την ένδειξη «ΧΟ» στο θρήσκευμα, χριστιανός ορθόδοξος δηλαδή, κάτι που έχει πλέον καταργηθεί.

— Εσύ σε τι θεό πιστεύεις, αν πιστεύεις;

Σέβομαι όλες τις θρησκείες, αλλά θρήσκος δεν είμαι, όπως άλλωστε δεν ήταν ούτε οι δικοί μου. Η κουλτούρα μας στην οικογένεια ήταν εντελώς κοσμική, επικέντρωνε στη ζωή και στην πραγματικότητα.

— Από το 2011 «τρέχεις» τη Συντεχνία του Γέλιου που παρουσιάζει παραστάσεις για παιδιά. Πώς είναι, αλήθεια, να κάνεις παιδικό θέατρο;

Καταρχάς, να πω ότι οι παραστάσεις αυτές δεν είναι παιδικές με τη στενή έννοια του όρου, αλλά απευθύνονται σε ευρύτερο κοινό, ανεξαρτήτως ηλικίας. Μόνη προϋπόθεση, να μην έχουν χάσει εντελώς το παιδί μέσα τους! Αυτό που κάνουμε είναι χειραφετημένο, κοινωνικό θέατρο για παιδιά και νέους: μέσα από την ψυχαγωγία πραγματευόμαστε ζητήματα όπως ο ρατσισμός, η ξενοφοβία, η προσφυγιά, η πολιτισμική συνύπαρξη… Όλα αυτά τα στοιχεία υπάρχουν ήδη στο θεατρικό «Μια Γιορτή στου Νουριάν», με το οποίο ξεκινήσαμε το 2012 και από τότε έχει παιχτεί σε πολλά θέατρα και φεστιβάλ στην Ελλάδα καθώς και στη Γερμανία υπό την αιγίδα της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ. Τον Μάρτιο, μάλιστα, σε συνεργασία με τον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου, η παράσταση θα ξαναστηθεί για να εκπροσωπήσει την Κύπρο στην ανάληψη της προεδρίας της ΕΕ τον Απρίλιο στο Στρασβούργο. Πρόκειται βέβαια για κωμωδία, η οποία όμως αγγίζει με τρόπο εύστοχο σύνθετα κοινωνικά ζητήματα. Τα παιδιά είναι, ξέρεις, ένα αυθεντικό και σοβαρό κοινό, μπορούν να κατανοήσουν μια παράσταση και τα μηνύματά της καλύτερα και από τους μεγάλους πολλές φορές. Η δική μας προσπάθεια είναι όχι να τα καθοδηγούμε ή να τους προσφέρουμε έτοιμες συνταγές αλλά να τα παρακινούμε ώστε, μέσω του θεάτρου, να βρίσκουν εκείνα προτάσεις, λύσεις κι απαντήσεις. Φέτος παρουσιάζουμε την παράσταση «Ο Βάσος και η Βιβή», μια ακόμα κωμωδία που σκηνοθετούμε πάλι με τον Γιώργο Παλούμπη και αναφέρεται στην αξία της φιλίας, στον φόβο για το σκοτάδι, στην προσκόλληση στην οθόνη μιας τηλεόρασης ή ενός τάμπλετ, στον ανταγωνισμό στο καθημερινό παιχνίδι.

— Ισχύει, τελικά, το περίφημο «ένα γέλιο θα τους θάψει»;

Θα έλεγα ότι στη δική μας περίπτωση θα ίσχυε περισσότερο να λέγαμε: «Ένα γέλιο θα τους ξεμπροστιάσει». Το γέλιο που εννοούμε εμείς είναι αμιγώς οργανικό, μη ελεγχόμενο που ευφραίνει καρδίαν, απελευθερώνοντας την αναίτια χαρά της ύπαρξης. Ένα γέλιο σαν του Τσάρλι Τσάπλιν, ανατρεπτικό και σκωπτικό, το μυστικό όπλο των παιδιών, όταν βγάζουν τη γλώσσα στους μεγάλους και των αδυνάτων, όταν περιπαίζουν τους ισχυρούς. Ένα γέλιο, τέλος, της συγκίνησης, όταν αναγνωρίζεις τον εαυτό σου στον απέναντι, εκείνο που ενώνει τους ανθρώπους καθώς τους μαθαίνει να σκέφτονται και με την καρδιά εκτός από τον νου. Στη Συντεχνία του Γέλιου έχουμε την πεποίθηση ότι τα παιδιά αντιπροσωπεύουν την αθωότητα, τη φαντασία και τη συντροφικότητα απέναντι στον στερεότυπο κόσμο των ενηλίκων. «Τίποτα δεν χρειάζεται να μείνει όπως είναι αν είμαστε ενωμένοι και λειτουργούμε με κοινό νου, αγάπη και αυθάδεια» είναι το διαχρονικό σύνθημά μας.

Πηγή: www.lifo.gr

Τρία χρόνια μετά το «Wild Duck», ο Γιάννης Σακαρίδης επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη με τη νέα μεγάλου μήκους ταινία του «Πλατεία Αμερικής», που συμμετέχει στο διαγωνιστικό πρόγραμμα του φετινού 57ου φεστιβάλ κινηματογράφου.

57ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης

Πρόκειται για μια σύγχρονη γεμάτη χιούμορ και σαρκασμό ματιά στο μεταναστευτικό ζήτημα, στο trafficking, στην οικονομική κρίση, στην ξενοφοβία, στην κοινωνική και αστική υποβάθμιση διαφόρων συνοικιών της Αθήνας, που έχουν οδηγήσει πολλούς από τους κατοίκους τους στην αγκαλιά της Χρυσής Αυγής.

Χάρις στο εξαιρετικό καστ, τον γρήγορο αφηγηματικό της ρυθμό και τον τρόπο που διαχειρίζεται τα δύσκολα θέματά της, η ταινία αποτυπώνει από μια διαφορετική πλευρά την αθηναϊκή καθημερινότητα, κρατώντας αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή από την αρχή μέχρι το τέλος της.

Η υπόθεση έχει ως εξής: Στη μοντέρνα «Καζαμπλάνκα» των καιρών μας, την Πλατεία Αμερικής, συναντιούνται ο Μπίλλη, ένας rock ’n’ roll σαραντάρης tattoo artist, η Τερέζα, μια αφρικανή τραγουδίστρια που ψάχνει διέξοδο από το κύκλωμα που την εκμεταλλεύεται, ο Τάρεκ, πρόσφυγας από την Συρία με τη δεκάχρονη κόρη του, κι ένας μπανάλ ρατσιστής, ο Νάκος.

Το μοιραίο λάθος του Νάκου γίνεται η αφορμή ν’ ανατραπούν τα σχέδια του Τάρεκ, αλλά και η μοίρα του Μπίλλη. Πρόκειται για τρεις παράλληλες ιστορίες που γρήγορα διαπλέκονται η μία με την άλλη, καθορίζοντας ανεξίτηλα το πεπρωμένο των πρωταγωνιστών τους.

Η ταινία έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα της στο φεστιβάλ του Μπουσάν, ενώ έχει παρουσιαστεί και στο φεστιβάλ του Σικάγο. Αναμένεται να βγει στις ελληνικές κινηματογραφικές αίθουσες τον Μάρτιο του 2017.

Συναντήσαμε τον σκηνοθέτη Γιάννη Σακαρίδη, τον ηθοποιό Βασίλη Κουκαλάνι και τον συνθέτη Μίνω Μάτσα, που έχει γράψει τη μουσική του φιλμ και μιλήσαμε μαζί τους για την «Πλατεία Αμερικής». Δείτε τις συνεντεύξεις που μας παραχώρησαν στο βίντεο που ακολουθεί:

Video Thumbnail
57ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσ/νίκης: Η «Πλατεία Αμερικής» του Γιάννη Σακαρίδη

Μετά από έναν καλοκαιρινό μαραθώνιο, παρέα με τους εξαιρετικούς και world class Minos Matsas και Giorgos Mikrogiannakis η ταινία μας ΠΛΑΤΕΙΑ ΑΜΕΡΙΚΗΣ Amerika Square θα κάνει παγκόσμια πρεμιέρα στο Διαγωνιστικό τμήμα του προγράμματος Flash Forward στο Busan IFF στις αρχές του Οκτώβρη.

Proud of our film Amerika Square will fly to 부산국제영화제 Busan International Film Festival (BIFF) for the world premiere in October (in Competition, Flash Forward).

Cast: Yiannis Stankoglouou, Makis Papadimitriou, Vassilis Koukalani, Ksenia Dania, Alexandros Logothetis Rea Pediaditaki Themis Bazaka, Erikos Litsis, Maria Nephele Douka, Dimitris Kiousis, Petros Santos, Achilleas Kyriakidis

Directed by Yannis Sakaridis, Written by Yannis Tsirbas Vangelis Mourikis, Yannis Sakaridis, Based in Yannis Tsirbas novel Victoria doesn’t exist (Η Βικτώρια δεν υπάρχει) – Victoria n’ existe pas, Published by NEFELI

Producers: Yannis Sakaridis, Nikkos J. Frangos, George Theo, Venia Vergou, DοP Jan Vogel, Production Designer: Alex Theo Doraki

Editor: Yannis Sakaridis, Sound Recording: Spyros Aravositas

Original Music: Minos Matsas, Sound Design/Mix: Giorgos Mikrogiannakis

Co-Producers: Marblemen Productions Ltd., Athens Filmmakers’ Coop, Pola Bousiou, Arctos Broadcast Facilities Scripta Manent Tattoo Studio, Antonios Vallindras, Dimitris Sakaridis, True motion pictures,Greek Film Centre, ERT

Line Producer: Giannis Karantanis Production manager: Kosmas Spiliotopoulos