Τρεις ήρωες – τους υποδύονται ο Γιάννης Στάνκογλου, ο Μάκης Παπαδημητρίου και ο Βασίλης Κουκαλάνι – αφήνουν τις μοίρες τους να συναντηθούν με φόντο την Πλατεία Αμερικής στη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του Γιάννη Σακαρίδη που έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα της στο Φεστιβαλ της Μπουσάν, ταξίδεψε στα φεστιβάλ του κόσμου, βραβεύθηκε στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης από τη Διεθνή Ενωση Κριτικών Κινηματογράφου, διεκδικεί έξι βραβεία Ιρις της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου και ετοιμάζεται να συναντήσει το ελληνικό κοινό στις αίθουσες στις 23 Μαρτίου.

Ο δημιουργός του «Amerika Square» μιλάει στο Flix για τα τατουάζ που μένουν, τους ανθρώπους που αναζητούν ένα τρόπο για να φύγουν, τις πλατείες που αλλάζουν και μια πόλη που αρνείται να μείνει ίδια.

Ο Γιάννης Σακαρίδης με τον Γιάννη Στάνκογλου στα γυρίσματα

Γιάννης Σακαρίδης

 

Ποια ήταν η κεντρική ιδέα που γέννησε το «Amerika Square»;

Εμπνέομαι από προσωπικά βιώματα, από καυτά ζητήματα της επικαιρότητας και βασίζομαι σε μια πολυβραβευμένη νουβέλα του Γιάννη Τσίρμπα «Η Βικτώρια δεν υπάρχει». Ενας μπανάλ ρατσιστής, Ενας τατού άρτιστ. Ενας φυγάς από τo Αλέπο. Καθαρές γραμμές από το πιστόλι του τατού, χιούμορ, σαρκασμός, έρωτας, το μεταναστευτικό ζήτημα, το trafficking, η οικονομική κρίση, η ξενοφοβία στη πιο πολιπολιτισμική γειτονιά της Αθήνας.

Ποια ήταν η έμπνευση για τον τόνο της ταινίας;

Μ’ αρέσουν οι ταινίες του Γούντι Αλεν και του Κεν Λόουτς. Ψάχνω μια φόρμα η οποία αγγίζει τον νέο Νεορεαλισμό, να έχει χιούμορ, λυρισμό, γρήγορο αφηγηματικό ρυθμό και πυκνότητα στη θεματολογία, χωρίς οι χαρακτήρες να χάνουν την επαφή με τη πραγματικότητα.

Πόσο επηρέαζε η πραγματικότητα γύρω σου το σενάριο της ταινίας κατά τη δημιουργία της;

Εχω εμμονή σε θέματα κοινωνικής ευαισθησίας, που επηρεάζουν τις ζωές απλών πολιτών, και στην πάλη του «καλού» και του «κακού», έτσι όπως την βιώνουμε έξω από την πόρτα μας στην καθημερινότητά μας. Κάναμε μεγάλη έρευνα στη φιλοσοφία του τατού, στις τεχνικές, μιλήσα με τατού άρτιστς. Επίσης μίλησα με πολλούς πρόσφυγες, κοινωνικούς λειτουργούς και ανθρώπους από το Υπουργείο Μεταναστευτικής Πολιτικής.

Πόση αλήθεια και πόση μυθοπλασία υπάρχει μέσα στην ιστορία του «Amerika Square»;

Κατάγομαι και γω από προσφυγική οικογένεια, οι παππούδες μου ήρθαν από την Ανατολική Θράκη, επίσης στα 18 χρόνια που έζησα στο Λονδίνο με κάνανε να έρθω πολύ κοντά σε ανθρώπους που είναι μετανάστες ή πρόσφυγες. Το τατού είναι το μόνο προσωπικό στοιχείο που μπορεί κρατήσει ασφαλές κάποιος που φεύγει από τη πατρίδα του στην Αφρική ή την Ασία και ταξιδεύει κάτω από αντίξοες συνθήκες προς την Ευρώπη ή την Αυστραλία. To «Refuse to sink» είναι το πιό δημοφιλές και χαρακτηριστικό τατού ανάμεσα στους πρόσφυγες. Είναι το τατού του πρωταγωνιστή Μπίλλη (Γιάννη Στάνκογλου) και της φίλης του Τερέζας (Ξένια Ντάνια). Επίσης το τατού είναι το ίδιο σε όλα τα χρώματα δέρματος σε όλες τις φυλές. Και όπως λέει ο Μπίλλη: «Ακόμα και το μελάνι, το ταπεινό μελάνι, διαρκεί περισσότερο από μας. Από τους έρωτές μας, τον ιδρώτα μας, το σώμα μας το ίδιο. Ενάμισυ χρόνο. Παίρνει ενάμισυ χρόνο να φύγει ένα τατού. Αφού πεθάνεις…»

Τι απαντάς σε όσους θεωρούν ξεπερασμένο (ήδη) να ασχολείται το σινεμά με το μεταναστευτικό, τους πρόσφυγες, το νέο πληθυσμιακό χάρτη της χώρας;

Το σινεμά πάντοτε είχε και πάντοτε θα έχει το δικαίωμα – και για μένα την υποχρέωση – να εμπνέεται και να τοποθετείται απέναντι σε μια πραγματικότητα που επηρεάζει και διαμορφώνει το κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι. Αισθάνομαι διπλά υπερήφανος που το «Amerika Square» είναι (ίσως) η μόνη από τις περίπου είκοσι ελληνικές ταινίες της χρονιάς που μιλάει για ένα διαχρονικό θέμα, με το οποίο ασχολείται σήμερα κατεπειγόντως η παγκόσμια κοινότητα εντός και εκτός οθόνης. Και τριπλά περήφανος που το Hollywood Reporter έγραψε: «Το “Amerika Square” είναι μια από τις καλύτερες ευρωπαϊκές ταινίες για τις οδυνηρές επιπτώσεις του προσφυγικού». Θα απευθύνατε ποτέ το ίδιο ερώτημα στον Τζιφράνκο Ρόζι που έκανε το «Φωτιά στη θάλλασα / Fuocoammare» (Χρυσή Αρκτος πέρυσι στο Βερολίνο) ή στον Ζακ Οντιάρ που έκανε το «Dheepan» (Χρυσός Φοίνικας πρόπερσι στις Κάννες); Ή μήπως να αφήνουμε πλέον μόνο τον Ντόναλντ Τραμπ να ορίζει την ατζέντα για το θέμα; Αυτοί που θεωρούν «ξεπερασμένο» το θέμα της μετανάστευσης Ελλήνων προς το εξωτερικό αλλά και προσφύγων στην Ελλάδα, εκφράζουν τη ρατσιστική τους τάση από θέση ισχύος. Δεν υπάρχουν για μένα μπανάλ θεματολογίες. Είναι μπανάλ θεματικά στο σινεμά ο έρωτας; Η ηλικιακή κρίση; Η οικογένεια;

Ο Γιάννης Σακαρίδης

Γιάννης Σακαρίδης

Ποια είναι η σχέση σου με την Πλατεία Αμερικής;

Η Πλατεία Αμερικής, η «Via Veneto» στα 50s και 60s, το αγαπημένο μέρος των καλλιτεχνών, κινηματογραφιστών, «εκεί που ζούσε η Μαρία Κάλλας», με δεκάδες σινεμά και θέατρα, τώρα είναι μια από τις πιο πολυπολιτισμικές γειτονιές της Αθήνας και ένα πολύ γνώριμο περιβάλλον για μένα ερχόμενος από το Λονδίνο. Εχουν περάσει πολλά πράγματα από κει τα τελευταία 10 χρόνια που είμαι στην Ελλάδα και αναπτύσσω αυτη την ιδέα. Αφρικάνοι, οι επιδρομές κατά των προσφύγων και τώρα η Πλατεία είναι η σύγχρονη «Καζαμπλάνκα», ο πρώτος σταθμός χιλιάδων προσφύγων και μεταναστών τη τελευταία δεκαετία, όπου χιλιάδες πρόσφυγες περιμένουν το εισιτήριο ή τον σμάγκλερ ή ένα τρόπο να φύγουν στη Δυτική Ευρώπη.

Συνεχίζεις σε ένα μοναχικό δρόμο, κάνοντας ταινίες αθόρυβα, σχεδόν χειροποιήτα. Είναι ο μοναδικός τρόπος να κάνεις αυτό που θέλεις και κυρίως όταν το θέλεις στην Ελλάδα;

Δεν συμφωνώ με τον μοναχικό δρόμο, το «αθόρυβα» και χειροποιήτα. Πώς μπορεί κάποιος να είναι μοναχικός σε μια ταινία με 4 παραγωγούς και συμπαραγωγούς την ΕΡΤ, 3 σεναριογράφους, 3 πρωταγωνιστές και την υποστήριξη του ΕΚΚ; Συνεχίζω να κάνω ταινίες στην Ελλάδα. Τελεία. Κάθε φορά με όλο και περισσότερους εξαιρετικά ταλαντούχους ανθρώπους δίπλα μου που με πιστεύουν από την πρώτη στιγμή. Ξέρω πως σε κάθε ταινία μου, εντός και εκτός Ελλάδας, θα έχω ολοένα και περισσότερους γύρω μου. Αλλά ναι, πηγαίνω σε λίγα πάρτυ. Και δεν κάνω πολύ lobbying. Πάντως, τον περασμένο Οκτώβριο στην παγκόσμια πρεμιέρα του «Amerika Square» στο Busan, όπου είχα δίπλα μου τον Γιάννη Στάνκογλου, κάναμε αρκετό «θόρυβο». Aνάμεσα στους θαυμαστές της ταινίας είχαμε αρκετούς από την αφρόκρεμα του σύγχρονου κορεατικού σινεμά, όπως η Σο-ρι Μουν, πρωταγωνίστρια του Παρκ Τσαν-γουκ στην «Υπηρέτρια».

Με τι κριτήριο διάλεξες τους τρεις πρωταγωνιστές της ταινίας;

Κάνω κάστινγκ πριν ολοκληρωθεί το σενάριο οπότε με τους ηθοποιούς συζητάμε το θέμα, τον χαρακτήρα και ο ηθοποιός βάζει τη ζωή του μέσα στο σενάριο: αυτά που ζει, που ονειρεύεται, που φαντάζεται αλλά και αυτά που θα ήθελε να κάνει. Μια avant – garde αυτοβιογραφία. Το σενάριο είναι μια οργανική διαδικασία που αναπτύσσεται μέχρι το γύρισμα. Κάνουμε λίγες πρόβες και όταν φτάσουμε στη διαδικασία του γυρίσματος υπάρχει ελευθερία στον διάλογο, στον αυτοσχεδιασμό και στη κίνηση. Αυτό γίνεται με μια διάθεση απόλυτης εμπιστοσύνης προς τους ηθοποιούς, που την έχω, το νιώθουν αυτό και κάπως βγαίνει η αίσθηση αυτή αφού τους εμπιστεύομαι απόλυτα.

Σινεμά στην Ελλάδα – μετά από δύο ταινίες μεγάλου μήκους, πώς θα περιέγραφες την εμπειρία;

Κόντρα στη πολιτική και την οικονομική κατάσταση της χώρας, πιστεύω ότι η Αθήνα είναι ένα σημαντικό πολιτιστικό κέντρο της Ευρώπης και πεδίο έμπνευσης για τις τέχνες. Σήμερα, υπάρχει μια ταλαντούχα και λαμπρή γενιά δημιουργών που κάνει σινεμά, οι εξαιρετικοί ηθοποιοί που κάνουν θέατρο γίνονται κάθε χρόνο καλύτεροι και είναι θέμα έμπνευσης και σεναρίου για να ξεκινήσει κάτι καλό.

ΠΗΓΗ: flix.gr

Ο Ελληνοϊρανός σκηνοθέτης και ηθοποιός μιλά στο Lifo.gr με αφορμή την ειδική μνεία που έλαβε στο πρόσφατο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης για τον ρόλο του στην κινηματογραφική «Πλατεία Αμερικής» του Γιάννη Σακαρίδη

Η ταινία, η οποία εστιάζει στο προσφυγικό και τον αντίκτυπό του στην αθηναϊκή πραγματικότητα, του ταίριαξε «γάντι», εφόσον τη θαυμάσια ερμηνεία του στον ρόλο ενός Σύριου πρόσφυγα την οφείλει, εν μέρει, στο γεγονός ότι έχει κι ο ίδιος από παιδί διαμορφώσει μια κουλτούρα κοσμοπολίτη μετανάστη: γεννήθηκε στην Κολωνία από πατέρα Ιρανό και μητέρα Ελληνίδα, μεγάλωσε σε τρεις διαφορετικές χώρες (Γερμανία, Ιράν, Ελλάδα), σπούδασε υποκριτική σε Αθήνα, Βερολίνο και Νέα Υόρκη κι έχει να λέει ότι θα κατάφερνε πολύ λιγότερα στη ζωή του, αν μεγάλωνε σε έναν κόσμο με κλειστά σύνορα, γι’ αυτό και υπερασπίζεται την αναγκαιότητα να είναι ανοικτά για όλους όσοι από επιθυμία ή ανάγκη ξενιτεύονται. Συνεργάστηκε με σκηνοθέτες όπως ο Στάθης Λιβαθινός, ο Λευτέρης Βογιατζής και ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, διακρίνεται ως σκηνοθέτης και ηθοποιός στο παιδικό θέατρο με τη Συντεχνία του Γέλιου, ενώ η «Πλατεία Αμερικής» είναι η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του. Συζητήσαμε γι’ αυτήν, για το προσφυγικό και τα συμφέροντα που το συντηρούν, για τη φασιστική απειλή –«βολεύει, βλέπεις, να φταίει ο αποκάτω και όχι ο αποπάνω σου»–, για τις περιπλανήσεις του στο εξωτερικό, αλλά και στην Αθήνα, για τα προσωπικά του πιστεύω, αλλά και για το παιδικό θέατρο, το οποίο θεωρεί μια πολύ σοβαρή υπόθεση, αφού «ένα γέλιο θα τους ξεμπροστιάσει» και δηλώνει πεπεισμένος ότι «τίποτα δεν χρειάζεται να μείνει όπως είναι, αν είμαστε ενωμένοι και λειτουργούμε με κοινό νου, αγάπη, μα και αυθάδεια», όπως είναι και το σλόγκαν της Συντεχνίας του.

Βασίλης Κουκαλάνι

— Όταν τον Οκτώβριο στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης σού απονεμήθηκε ειδική μνεία για τον ρόλο σου στην «Πλατεία Αμερικής», την αφιέρωσες στον συριακό λαό, κάνοντας έκκληση να ανοίξουν ξανά τα ευρωπαϊκά σύνορα.

Προέβην σε αυτήν τη δήλωση, επειδή θεώρησα ότι μέσω εμού βραβεύτηκε η ιστορία του ανθρώπου που υποδύομαι και που θα μπορούσε να είναι ένας Σύριος ή οποιοσδήποτε άλλης εθνικότητας πρόσφυγας – εκείνους, τρόπον τινά, αντιπροσώπευσα. Εξακολουθώ, άλλωστε, να πιστεύω ακράδαντα στη Συνθήκη της Γενεύης και στα ανοιχτά σύνορα, που δίχως αυτά κι εγώ θα είχα διαφορετική μοίρα. Γιατί μπορεί να μην υπήρξα ο ίδιος πρόσφυγας, απέκτησα όμως κατά κάποιον τρόπο ένα βίωμα μετανάστη, έχοντας ζήσει, σπουδάσει κι εργαστεί σε διαφορετικές χώρες (Ιράν, Ελλάδα, Γερμανία, ΗΠΑ). Την προσφυγιά τη δημιουργούν οι πόλεμοι και πιστεύω πως αυτοί που μαίνονται στη Μέση Ανατολή επιτηρούνται και διαιτητεύονται από τη Δύση, ασχέτως του ότι έχουν και τα εκεί καθεστώτα ευθύνες. Ο ISIS π.χ. δεν είναι τερατογένεση, αλλά εγκληματίες μισθοφόροι που εξοπλίστηκαν από τη CIA και άλλες μυστικές υπηρεσίες για να εξυπηρετήσουν συγκεκριμένα συμφέροντα. Το επιβεβαιώνουν και τα στοιχεία που δημοσίευσε πρόσφατα ο Τζούλιαν Ασάνζ στο WikiLeaks. Η θρησκεία είναι η πρόφαση επιτήδειων για να προσηλυτίσουν αφελείς. Είναι τα ίδια συμφέροντα που εμποδίζουν τόσα χρόνια να βρεθεί λύση στο Παλαιστινιακό…

— Το προσφυγικό παραμένει, πάντως, ανοιχτή πληγή. Είναι νωπή ακόμα η τραγωδία με την έκρηξη από γκαζάκι στον καταυλισμό της Μόριας στη Λέσβο, όπου σκοτώθηκαν μια γυναίκα κι ένα παιδί. Χειμώνιασε και τα προβλήματα πολλαπλασιάζονται. Χρήματα, ωστόσο, δίνονται και πολλά…

Ναι, ακούω κι εγώ για τα χρήματα που διαθέτει η Ε.Ε. για το προσφυγικό. Η γνώμη μου είναι ότι είναι πολύ μεγάλη η υποκρισία της. Μοιράζει ελεημοσύνη χωρίς προοπτικές ή εξοπλίζει στρατούς σαν τη Frontex, σηκώνει φράχτες στα σύνορα και φτιάχνει καταυλισμούς-στρατόπεδα. Η Ευρώπη δεν δικαιούται με κανέναν τρόπο να μιλά για προσφυγική κρίση, έχει δεχτεί πολύ λιγότερους ανθρώπους απ’ ό,τι χώρες όπως ο Λίβανος, η Ιορδανία, το Ιράν, το Πακιστάν, ακόμα και η Τουρκία. Αυτές σηκώνουν το κύριο βάρος του προσφυγικού, παρ’ ότι διαθέτουν πολύ μικρότερο ΑΕΠ. Στον Λίβανο νομίζω ότι η αναλογία είναι ένας πρόσφυγας ανά εννιά κατοίκους, στην Ε.Ε. ένας στους χίλιους! Από κει και πέρα, ναι, υπάρχει κακοδιαχείριση όσον αφορά τα κεφάλαια που διατίθενται γι’ αυτόν το λόγο στην Ελλάδα, όμως αυτό δεν είναι καινούργιο. Ήδη από το 2004 η Ε.Ε. έδινε χιλιάδες ευρώ ανά άτομο που επαναπροωθούνταν στην Ελλάδα από χώρες της Ευρώπης, χρήματα που οι περισσότεροι πρόσφυγες δεν έβλεπαν ποτέ και κατέληγαν είτε στα πέριξ της Ομόνοιας είτε στη διαδρομή Πάτρα-Ηγουμενίτσα, ψάχνοντας να χωθούν σε κάποιο πλοίο για Ιταλία. Για να αντιμετωπιστεί το φαινόμενο χρειάζεται αλλαγή των πολιτικών και πρακτικών που εφαρμόζονται, αλλά κυρίως, μακροπρόθεσμα, αναδιοργάνωση θεσμών, σχέσεων εργασίας και παραγωγής. Όμως, αυτό είναι μια άλλη μεγάλη συζήτηση.

— Ας επιστρέψουμε στην ταινία. Βασίζεται, διάβασα, στο μυθιστόρημα «Η Βικτώρια δεν υπάρχει» του Γιάννη Τσίρμπα, που συνεργάστηκε κιόλας με τον σκηνοθέτη Γιάννη Σακαρίδη στο σενάριο.

Ναι, και έκαναν, νομίζω, πολύ καλή δουλειά. Το φιλμ πραγματεύεται το οδοιπορικό τριών διαφορετικών ανθρώπων στην υφιστάμενη κατάσταση της Αθήνας. Ένας παλιός ροκάς (Γιάννης Στάνκογλου), που ένας απρόσμενος έρωτας με μια Αφρικανή τον βγάζει από τον λήθαργό του, ένας μακροχρόνια άνεργος που υιοθετεί ακροδεξιές ιδέες (Μάκης Παπαδημητρίου) κι ένας Σύριος πρόσφυγας (εγώ), που με τη βοήθεια ενός διακινητή προσπαθεί να βγάλει πλαστό διαβατήριο για να φύγει μαζί με τη μικρή του κόρη στη Γερμανία, να γίνει ένας ακόμα τυχερός από εκείνους που γίνονται δεκτοί ως αξιοποιήσιμοι στην παραγωγική αλυσίδα. Τρεις διαδρομές που συναντιούνται άμεσα ή έμμεσα ώσπου, εν τέλει, να συγκρουστούν, όντες και οι τρεις τους γείτονες σε μια κάποτε κατεξοχήν αστική συνοικία, όπου σήμερα διασταυρώνονται και συνυπάρχουν άνθρωποι από πολλές διαφορετικές χώρες, φυλές και τάξεις. Όλη αυτή, δε, η πληθυσμιακή μεταβλητότητα συνέβη εν μέσω ανεργίας, οικονομικής και προσφυγικής κρίσης, γενικευμένης ανασφάλειας και αβεβαιότητας, με αποτέλεσμα να τροφοδοτήσει μισαλλόδοξα και ξενοφοβικά κηρύγματα. Βέβαια, στην ταινία η «δράση» μεταφέρεται στην πλατεία Αμερικής, όπως είναι και ο τίτλος της, δίχως αυτό να αλλάζει πολλά –πρόκειται, άλλωστε, για μια περιοχή που έχει αντίστοιχα θέματα με τη Βικτώρια. Η πλατεία Αμερικής μού είναι κιόλας, ξέρεις, αρκετά οικεία – νοίκιαζα πολλά χρόνια ένα διαμέρισμα εκεί κοντά, στην Αχαρνών. Τη θυμάμαι, όταν ακόμα ήταν δημοφιλές στέκι ροκάδων. Νομίζω ότι από εκείνη την εποχή απέμεινε μόνο η Rebound. Σήμερα ζουν εκεί αρκετοί μετανάστες, κυρίως Αφρικανοί και Ασιάτες, γι’ αυτό και στοχοποιήθηκε από τη Χ.Α. στο πρόσφατο παρελθόν. Ωστόσο, δεν τη χαλάσανε οι ξένοι την περιοχή, μην τρελαθούμε. Είχε υποβαθμιστεί ήδη, πριν έρθουν. Έμενα με την κοπέλα μου σε ένα διαμέρισμα στον πρώτο όροφο και δεν μπορούσαμε να ακούσουμε ο ένας τον άλλο από τη φασαρία, άσε το καυσαέριο, τη βρόμα, το ανύπαρκτο πράσινο, τα καταθλιπτικά κτίρια, τις χάλια υποδομές…

— Γι’ αυτό μετακινήθηκες Πετράλωνα;

Γι’ αυτό και για πολλούς ακόμα λόγους. Αυτό, άλλωστε, συνέβη προτού γίνουν του συρμού, που λένε. Μένω στα Πετράλωνα από το 2001 κι έχω ζήσει τις αλλαγές αυτής της συνοικίας από πρώτο χέρι. Ήταν μια ήσυχη, αλλά δραστήρια και ιστορική λαϊκή γειτονιά, όπου τα χρόνια μετά την Ολυμπιάδα άρχισε να δημιουργείται μια ωραία ζεύξη με καλλιτέχνες, φοιτητές και γενικά νέους ανθρώπους που πρόσθεσαν μια θετική ποικιλομορφία στην περιοχή, που δεν παρενέβαινε ούτε κυριαρχούσε στον χαρακτήρα της. Πιστεύω πως μια κορύφωση αυτής της κατάστασης ήταν τα δραματικά γεγονότα που ζήσαμε σε όλη τη χώρα, αλλά ειδικά στην Αθήνα ανάμεσα στον Δεκέμβρη του ’08 και στο καλοκαίρι του ’12. Ο Γρηγορόπουλος, τα μνημόνια, οι μεγάλες διαδηλώσεις, οι καταλήψεις στο Σύνταγμα, η αστυνομοκρατία… Τα Πετράλωνα ήταν από τις περιοχές που ευαισθητοποιήθηκαν ιδιαίτερα σε σχέση με όλα αυτά. Στην πλατεία Μερκούρη γίνονταν κάθε τόσο λαϊκές συνελεύσεις, θυμάμαι τον κόσμο να είναι ανήσυχος, να βγαίνει, να συζητά, να κοινωνικοποιείται, να προβληματίζεται, να ελπίζει. Μη με ρωτάς αν και τι έμεινε από όλο αυτό, θα πρέπει να κάνουμε ξεχωριστή συνέντευξη, άσε που νομίζω ότι όλα έχουν ειπωθεί! Από κει και ύστερα, πιστεύω ότι τα μαγαζιά και τα κέντρα που άνοιξαν τα τελευταία χρόνια άλλαξαν πολύ τον χαρακτήρα του τόπου αλλά και των κατοίκων του, εφόσον μετατράπηκαν σε «in» πόλο διασκέδασης, βιώνοντας ένα άτυπο είδος gentrification ή πολεοδομικού εξευγενισμού.

— Κάτι άλλο αξιομνημόνευτο από την κινηματογραφική «Πλατεία Αμερικής»;

Καταρχάς, η εξαιρετική συνεργασία όλων των συντελεστών της ταινίας – ίσως η πιο πραγματικά συλλογική δουλειά που έχω κάνει! Έπειτα, η παρουσία ηθοποιών όπως η Θέμις Μπαζάκα, ο Αλέξανδρος Λογοθέτης, ο Ερρίκος Λίτσης και, βέβαια, ο Μάκης Παπαδημητρίου, ο οποίος ερμηνεύει εξαιρετικά τον Νάκο, έναν συντηρητικό, ακαλλιέργητο, αφελή τύπο που καταλήγει ρατσιστής. Έτσι, εξάλλου, συνέβη με τους περισσότερους που χάψανε το παραμύθι ότι για όλα φταίνε οι ξένοι που τάχα μας στερούν την ευημερία, «τρώγοντας» κρατικούς πόρους και ευρωπαϊκά κονδύλια. Παρ’ ότι, μάλιστα, προβαίνει σε ακραία πράξη, εύκολα κατανοείς ότι δεν είναι κάποιος εκ γενετής ψυχοπαθής φασίστας, αλλά ένας νέος άνθρωπος με έλλειψη κουλτούρας, επαγγελματικά και προσωπικά αδιέξοδα και απουσία προοπτικών. Έχει στερηθεί τη δυνατότητα να κάνει οτιδήποτε δημιουργικό, έχει απολέσει την αίσθηση του ανήκειν, ζει με τους γέρους του, δεν έχει καν παρέες.

— Είναι κοινός τόπος ότι σε τέτοια νερά «ψαρεύει» η ακροδεξιά ρητορική.

Ακριβώς, και αυτό δείχνει ότι ο ρατσισμός δεν είναι ένα εγγενές στοιχείο του ανθρώπου, αλλά δημιούργημα κοινωνικών συνθηκών που υποδαυλίζουν τα κυρίαρχα ΜΜΕ κι εκείνες οι πολιτικές και οικονομικές δυνάμεις που αποκομίζουν συμφέροντα από αυτή την πόλωση. Βολεύει, βλέπεις, να φταίει ο αποκάτω και όχι ο απο πάνω σου.

Ο Βασίλης Κουκαλάνι

Βασίλης Κουκαλάνι

— Είσαι κι εσύ κατά το ήμισυ αλλόφυλος.

Ναι, είμαι μισός Ιρανός, από τον πατέρα μου που γνώρισε την Ελληνίδα μητέρα μου στην Κολωνία, στις μεγάλες φοιτητικές διαδηλώσεις της δεκαετίας του ’60! Ήταν και οι δυο τους πολιτικοποιημένοι σπουδαστές, είχαν τότε και των δύο οι χώρες τυραννικά καθεστώτα, κάτι που δυστυχώς στο Ιράν εξακολουθεί να υφίσταται, απλώς με διαφορετική μορφή… Εκεί γεννήθηκα και μεγάλωσα μέχρι τα έξι μου χρόνια, οπότε μετακομίσαμε στην Τεχεράνη, απ’ όπου φύγαμε για την Ελλάδα λίγο πριν ξεσπάσει ο πόλεμος με το Ιράκ και ενώ ήδη εξουσίαζε ο Χομεϊνί. Όταν εγκατασταθήκαμε στην Αθήνα ήμουν 11 χρονών, αλλά προσαρμόστηκα πολύ γρήγορα, ίσως γι’ αυτό δεν έτυχε να αντιμετωπίσω διακρίσεις ή ρατσιστικές συμπεριφορές. Σύντομα έμαθα καλά και τη γλώσσα και σε αυτές τις περιπτώσεις σε αντιμετωπίζουν αλλιώς, βρίσκεις ευκολότερα τρόπους να ανήκεις. Εντούτοις, τόσο όταν πήγα να βγάλω ταυτότητα όσο και όταν κατατάχθηκα στον στρατό, πιάσανε να προσθέσουν ένα «ς» στο τέλος του επωνύμου μου, ώστε να ακούγεται ελληνοπρεπέστερο! Μαζί, φυσικά, με την ένδειξη «ΧΟ» στο θρήσκευμα, χριστιανός ορθόδοξος δηλαδή, κάτι που έχει πλέον καταργηθεί.

— Εσύ σε τι θεό πιστεύεις, αν πιστεύεις;

Σέβομαι όλες τις θρησκείες, αλλά θρήσκος δεν είμαι, όπως άλλωστε δεν ήταν ούτε οι δικοί μου. Η κουλτούρα μας στην οικογένεια ήταν εντελώς κοσμική, επικέντρωνε στη ζωή και στην πραγματικότητα.

— Από το 2011 «τρέχεις» τη Συντεχνία του Γέλιου που παρουσιάζει παραστάσεις για παιδιά. Πώς είναι, αλήθεια, να κάνεις παιδικό θέατρο;

Καταρχάς, να πω ότι οι παραστάσεις αυτές δεν είναι παιδικές με τη στενή έννοια του όρου, αλλά απευθύνονται σε ευρύτερο κοινό, ανεξαρτήτως ηλικίας. Μόνη προϋπόθεση, να μην έχουν χάσει εντελώς το παιδί μέσα τους! Αυτό που κάνουμε είναι χειραφετημένο, κοινωνικό θέατρο για παιδιά και νέους: μέσα από την ψυχαγωγία πραγματευόμαστε ζητήματα όπως ο ρατσισμός, η ξενοφοβία, η προσφυγιά, η πολιτισμική συνύπαρξη… Όλα αυτά τα στοιχεία υπάρχουν ήδη στο θεατρικό «Μια Γιορτή στου Νουριάν», με το οποίο ξεκινήσαμε το 2012 και από τότε έχει παιχτεί σε πολλά θέατρα και φεστιβάλ στην Ελλάδα καθώς και στη Γερμανία υπό την αιγίδα της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ. Τον Μάρτιο, μάλιστα, σε συνεργασία με τον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου, η παράσταση θα ξαναστηθεί για να εκπροσωπήσει την Κύπρο στην ανάληψη της προεδρίας της ΕΕ τον Απρίλιο στο Στρασβούργο. Πρόκειται βέβαια για κωμωδία, η οποία όμως αγγίζει με τρόπο εύστοχο σύνθετα κοινωνικά ζητήματα. Τα παιδιά είναι, ξέρεις, ένα αυθεντικό και σοβαρό κοινό, μπορούν να κατανοήσουν μια παράσταση και τα μηνύματά της καλύτερα και από τους μεγάλους πολλές φορές. Η δική μας προσπάθεια είναι όχι να τα καθοδηγούμε ή να τους προσφέρουμε έτοιμες συνταγές αλλά να τα παρακινούμε ώστε, μέσω του θεάτρου, να βρίσκουν εκείνα προτάσεις, λύσεις κι απαντήσεις. Φέτος παρουσιάζουμε την παράσταση «Ο Βάσος και η Βιβή», μια ακόμα κωμωδία που σκηνοθετούμε πάλι με τον Γιώργο Παλούμπη και αναφέρεται στην αξία της φιλίας, στον φόβο για το σκοτάδι, στην προσκόλληση στην οθόνη μιας τηλεόρασης ή ενός τάμπλετ, στον ανταγωνισμό στο καθημερινό παιχνίδι.

— Ισχύει, τελικά, το περίφημο «ένα γέλιο θα τους θάψει»;

Θα έλεγα ότι στη δική μας περίπτωση θα ίσχυε περισσότερο να λέγαμε: «Ένα γέλιο θα τους ξεμπροστιάσει». Το γέλιο που εννοούμε εμείς είναι αμιγώς οργανικό, μη ελεγχόμενο που ευφραίνει καρδίαν, απελευθερώνοντας την αναίτια χαρά της ύπαρξης. Ένα γέλιο σαν του Τσάρλι Τσάπλιν, ανατρεπτικό και σκωπτικό, το μυστικό όπλο των παιδιών, όταν βγάζουν τη γλώσσα στους μεγάλους και των αδυνάτων, όταν περιπαίζουν τους ισχυρούς. Ένα γέλιο, τέλος, της συγκίνησης, όταν αναγνωρίζεις τον εαυτό σου στον απέναντι, εκείνο που ενώνει τους ανθρώπους καθώς τους μαθαίνει να σκέφτονται και με την καρδιά εκτός από τον νου. Στη Συντεχνία του Γέλιου έχουμε την πεποίθηση ότι τα παιδιά αντιπροσωπεύουν την αθωότητα, τη φαντασία και τη συντροφικότητα απέναντι στον στερεότυπο κόσμο των ενηλίκων. «Τίποτα δεν χρειάζεται να μείνει όπως είναι αν είμαστε ενωμένοι και λειτουργούμε με κοινό νου, αγάπη και αυθάδεια» είναι το διαχρονικό σύνθημά μας.

Πηγή: www.lifo.gr

An ordinary Greek racist adds to the woes of immigrants on the run in this timely, FIPRESCI award-winning drama.

Amerika Square - Film Review - Kolkata 2016

Amerika Square – Film Review – Kolkata 2016

Capturing not only the pain of Europe’s immigration drama but the degradation of Greece amid the hustlers and the crazies, Amerika Square (Plateia Amerikis) will long be remembered for its chilling portrait of an angry, disenfranchised racist who turns to poisoning immigrants to make them “go back where they came from.” The anguishing, downbeat illegal-immigrant story may be getting a little too familiar to have much bite at the box office, but this drama directed with clarity and compassion by Yannis Sakaridis should be well appreciated by festival audiences. It won the FIPRESCI award in Thessaloniki.

Sakaridis moved from an editing career to directing with Wild Duck (2013), a phone-hacking drama with political overtones. In his second feature, he pushes to the breaking point the social and moral questions arising from how Europeans respond to the human flood of immigration. The liberal and the xenophobe are shown as friends with each other, suggesting that one’s attitude to immigration is not linked to class and is an individual response.

Nako (the low key, realistic Makis Papadimitriou) is a frustrated, unemployed schlump who still lives at home with Mom and Dad. In a sardonic voiceover, he lists all the foreigners living in his building. They come from all over the world and, to his mind, foul the whole neighborhood. In contrast, the images show normal, friendly people going about their business. Nako’s own psychological profile is pretty dismal, described in a few cutting strokes that show a long-running conflict with his father and a chronic inability to find a job. If he initially skirts the comic, he turns deadly serious when he hatches a plan to make homemade bread laced with strychnine and hang it in bags from garbage cans to tempt the hungry and the homeless. He is targeting immigrants, but killing vagabonds would surely be okay, too.

In a relationship so flimsy it seems like pure narrative convenience, the nerdy Nako entertains a casual friendship with ultra-cool tattoo artist Billy (Yannis Stankoglou), even though he’s against tattoos. Equally lightweight is the way Billy falls for a pretty African nightclub singer (Ksenia Dania) to the point of running afoul of her gangster protector and finally sacrificing everything for her. There just isn’t enough motivation for his extreme behavior. But when he agrees to tattoo “Refuse to Sink” over the girl’s fading “Property of Mike,” it’s a statement of liberation for both of them.

Tarek, played with intelligence and nervous intensity by Vassilis Kukalani, is the most engrossing character. A middle-class Syrian on the run from the war with his little daughter (end of background), he’s anxiously looking for passage to Germany. His “travel agent” is Hassan, who outlines the various routes and prices available (raft, private boat, plane) with unsettling precision. Tarek opts for air travel with fake passports, but the stakes are raised when he’s separated from his daughter in an uneven test of wills with the “authorities.”

In spite of its inconsistencies, Amerika Square is overall one of the best European films to date on the subject of immigration in all its painful implications. Nako and Tarek, who only meet briefly in the film under the oddest of circumstances, represent two diametrically opposing forces that threaten to overwhelm the social order. The only question at this point is who will eat the poisoned bread, and all roads lead to disaster. The film sidesteps many, if not all, of the expected clichés to end on a mythic/heroic note.

Sakaridis, who did his own editing, interweaves the stories in a natural way with well-written voiceovers. One of them notes how no one wanted to sit on park benches until they were “occupied” by foreigners. Minos Matsas’ music bubbles through the soundtrack, adding atmosphere to Jan Vogel’s very fine cinematography that emphasizes people in a landscape.

Venue: Kolkata Film Festival (Innovation in Moving Images competition)
Production companies: ERT, Marblemen, Athens Filmmakers’ Coop in association with True Motion Pictures, Greek Film Center

Cast: Vassilis Kukalani, Yannis StankogluMakis Papadimitriou, Alexandros Logothetis, Rea Pediaditaki, Themis Bazaka, Errikos Litsis
Director-editor: Yannis Sakaridis
Screenwriters: Yannis Tsirbas, Vangelis Mourikis, Yannis Sararidis, based on Tsirbas’ novel
Producers: Yannis Sakaridis, Nikkos J. Frangos, George T. Lemos, Venia Vergou
Coproducer: Dimitris Sakaridis
Director of photography: Jan Vogel
Production designer: Alexia Theodoraki
Music: Minos Matsas
World sales: Patra Spanou

86 minutes

Τρία χρόνια μετά το «Wild Duck», ο Γιάννης Σακαρίδης επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη με τη νέα μεγάλου μήκους ταινία του «Πλατεία Αμερικής», που συμμετέχει στο διαγωνιστικό πρόγραμμα του φετινού 57ου φεστιβάλ κινηματογράφου.

57ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης

Πρόκειται για μια σύγχρονη γεμάτη χιούμορ και σαρκασμό ματιά στο μεταναστευτικό ζήτημα, στο trafficking, στην οικονομική κρίση, στην ξενοφοβία, στην κοινωνική και αστική υποβάθμιση διαφόρων συνοικιών της Αθήνας, που έχουν οδηγήσει πολλούς από τους κατοίκους τους στην αγκαλιά της Χρυσής Αυγής.

Χάρις στο εξαιρετικό καστ, τον γρήγορο αφηγηματικό της ρυθμό και τον τρόπο που διαχειρίζεται τα δύσκολα θέματά της, η ταινία αποτυπώνει από μια διαφορετική πλευρά την αθηναϊκή καθημερινότητα, κρατώντας αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή από την αρχή μέχρι το τέλος της.

Η υπόθεση έχει ως εξής: Στη μοντέρνα «Καζαμπλάνκα» των καιρών μας, την Πλατεία Αμερικής, συναντιούνται ο Μπίλλη, ένας rock ’n’ roll σαραντάρης tattoo artist, η Τερέζα, μια αφρικανή τραγουδίστρια που ψάχνει διέξοδο από το κύκλωμα που την εκμεταλλεύεται, ο Τάρεκ, πρόσφυγας από την Συρία με τη δεκάχρονη κόρη του, κι ένας μπανάλ ρατσιστής, ο Νάκος.

Το μοιραίο λάθος του Νάκου γίνεται η αφορμή ν’ ανατραπούν τα σχέδια του Τάρεκ, αλλά και η μοίρα του Μπίλλη. Πρόκειται για τρεις παράλληλες ιστορίες που γρήγορα διαπλέκονται η μία με την άλλη, καθορίζοντας ανεξίτηλα το πεπρωμένο των πρωταγωνιστών τους.

Η ταινία έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα της στο φεστιβάλ του Μπουσάν, ενώ έχει παρουσιαστεί και στο φεστιβάλ του Σικάγο. Αναμένεται να βγει στις ελληνικές κινηματογραφικές αίθουσες τον Μάρτιο του 2017.

Συναντήσαμε τον σκηνοθέτη Γιάννη Σακαρίδη, τον ηθοποιό Βασίλη Κουκαλάνι και τον συνθέτη Μίνω Μάτσα, που έχει γράψει τη μουσική του φιλμ και μιλήσαμε μαζί τους για την «Πλατεία Αμερικής». Δείτε τις συνεντεύξεις που μας παραχώρησαν στο βίντεο που ακολουθεί:

57ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσ/νίκης: Η «Πλατεία Αμερικής» του Γιάννη Σακαρίδη
Video Thumbnail

[Herald Interview]

By Kevin Lee Selzer

Intersecting lives of migrants, Greeks explored in kinetic drama

Busan — Director Yannis Sakaridis portrays the Greek crises through the prism of one small Athens neighborhood in “Amerika Square,” which held its world premiere at the Busan International Film Festival on Tuesday.

The director sat down alongside actor Yannis Stankoglou, who plays coffee bar and tattoo parlor owner Billy, with The Korea Herald before the premiere.

“(Amerika Square) was the Via Veneto of Athens — a lot of artists … actors, all the sort of cultural establishment was there,” Sakadiris said in describing the importance of the neighborhood.

“The area was booming during the ’60s, then basically through the ’90s and the last 10 years it’s the modern Casablanca,” he said, calling it the first destination for refugees who come to sleep, meet and find smugglers, documents or a solution for a way out.

“We always wanted to make a film about this vibe, this thing,” the director added, also mentioning the racist Golden Dawn party that set up in the square around 2010.

The result is a kinetic and fast-paced 87 minutes that borrows from documentary style and moves between the three main characters, who also share turns narrating the film.

Greek crises brought to screen at BIFF

Actor Yannis Stankoglou (left) and director Yannis Sakadiris pose at the Busan International Film Festival on Sunday. (Kevin Lee Selzer/The Korea Herald)

First is Nakos, Billy’s lifelong friend who is a “solid, banal, racist, but without the guts to do something with his hands,” according to the director. He places the blame for Greece’s problems — and his own unemployment — squarely on the shoulders of foreigners, and concocts a plan to rid his neighborhood of them.

Billy, on the other hand, is a “classic rebel character from the ‘50s and ‘60s” with “something burning inside him,” as the director described. With his businesses, he is financially better off than others around him and “it’s very important that he’s doing tattoos,” actor Stankoglou said, as the art helps him escape reality.

Billy is forced to face reality when Tereza, a woman trafficked by the same men who are his clients, comes for a piece of art. She “brings reality to his tattoo room,” director Sakadiris said. “The reality is … these guys are … criminals. They take women, enslave them and use them for money.”

Finally, there is a Tarek, who has traveled from his homeland Syria with his young daughter en route to find a new life in Germany.

“I used to believe in borders, but not anymore. Now I believe borders are business. A big business that makes lots of money. Like war does,” Tarek narrates in the film.

To research the character, Sakadiris spent two months guided by a Syrian man through the underground market of Amerika Square, seeing firsthand the real economy there.

“There’s a lot of money — that’s what we’re saying in the film, is business,” Sakadiris explained. “It’s all going in circulation, and everybody is involved.”

Greek crises brought to screen at BIFF

And it’s not just the refugees moving, the director pointed out. “There’s a mass exodus of brain going out from Greece,” he said, particularly among young people with degrees but no job prospects. “There’s no hope really. … It’s a slow death at the moment.”

Director Yannis Sakaridis screened his first feature film, “Wild Duck,” at BIFF in 2013. Now, “Amerika Square” is among 35 films in the festival’s Flash Forward category, which highlights international filmmakers’ debut and sophomore efforts, and is among 10 films competing for the $20,000 Busan Bank Award given to the audience favorite. Sakaridis said he was eager to premiere his latest film here because of the positive experience he had in Busan before. And on future plans, he says he hopes to produce for others and wants to bring Korean films to Athens.

“I like Korean cinema. Every time I come here, I don’t have enough time to watch all these films,” the director enthused. “From people like Kim Ki-duk all the way to the great action films here.”

“Amerika Square” will be shown on two screens at Megabox Haeundae on Friday at 1 p.m. For more information, see www.biff.kr.

By Kevin Lee Selzer (klselzer@heraldcorp.com)

Our film will be competing in the New Directors Competition at the 52nd Chicago International Film Festival

Amerika Square goes to Chicago

Amerika Square goes to Chicago – International Film Festival!

Mixing a kinetic visual style with ripped-from-the-headlines storytelling, Amerika Square is an unflinching look at the mass migration economy—where “borders are business.”

Our first trailer for the upcoming festivals

Video Thumbnail

Μετά από έναν καλοκαιρινό μαραθώνιο, παρέα με τους εξαιρετικούς και world class Minos Matsas και Giorgos Mikrogiannakis η ταινία μας ΠΛΑΤΕΙΑ ΑΜΕΡΙΚΗΣ Amerika Square θα κάνει παγκόσμια πρεμιέρα στο Διαγωνιστικό τμήμα του προγράμματος Flash Forward στο Busan IFF στις αρχές του Οκτώβρη.

Proud of our film Amerika Square will fly to 부산국제영화제 Busan International Film Festival (BIFF) for the world premiere in October (in Competition, Flash Forward).

Cast: Yiannis Stankoglouou, Makis Papadimitriou, Vassilis Koukalani, Ksenia Dania, Alexandros Logothetis Rea Pediaditaki Themis Bazaka, Erikos Litsis, Maria Nephele Douka, Dimitris Kiousis, Petros Santos, Achilleas Kyriakidis

Directed by Yannis Sakaridis, Written by Yannis Tsirbas Vangelis Mourikis, Yannis Sakaridis, Based in Yannis Tsirbas novel Victoria doesn’t exist (Η Βικτώρια δεν υπάρχει) – Victoria n’ existe pas, Published by NEFELI

Producers: Yannis Sakaridis, Nikkos J. Frangos, George Theo, Venia Vergou, DοP Jan Vogel, Production Designer: Alex Theo Doraki

Editor: Yannis Sakaridis, Sound Recording: Spyros Aravositas

Original Music: Minos Matsas, Sound Design/Mix: Giorgos Mikrogiannakis

Co-Producers: Marblemen Productions Ltd., Athens Filmmakers’ Coop, Pola Bousiou, Arctos Broadcast Facilities Scripta Manent Tattoo Studio, Antonios Vallindras, Dimitris Sakaridis, True motion pictures,Greek Film Centre, ERT

Line Producer: Giannis Karantanis Production manager: Kosmas Spiliotopoulos