Βελούδινη τζαζίστρια κι ανερχόμενη ηθοποιός, η σαγηνευτική πρωταγωνίστρια του Amerika Square Ξένια Ντάνια μεγάλωσε με τον μπαμπά της να παίζει δίσκους ασταμάτητα και τη μαμά να τραγουδάει gospel και τζαμαϊκάνικα χιτάκια.

Ξένια Ντάνια

ΜΟΥΣΙΚΗ: Οι δίσκοι του μπαμπά να παίζουν πρωί, μεσημέρι, βράδυ, κλασσική, jazz, blues, soul, reggae και ό,τι άλλο μπορεί να είχε όρεξη να ακούσει, και η μαμά να τραγουδάει gospel και τζαμαϊκανικά χιτάκια όσο έκανε δουλειές. Κάπως έτσι μου συστήθηκε η μουσική από πολύ μικρή και κάπως έτσι συνεχίζει να υπάρχει στη ζωή μου. Πάντα όταν διάβαζα έβαζα μουσική, με αποτέλεσμα τελικά να μην διαβάζω, αλλά να κλείνομαι ατελείωτες ώρες στο δωμάτιο μου να μαθαίνω τους στίχους από τα τραγούδια που άκουγα, να τα τραγουδάω, και στο τέλος να τα ηχογραφώ κιόλας. Εκείνη την εποχή άκουγα πιο πολύ old school hip hop RnB και είχα εμμονή με Whitney Houston, Beyonce και Alicia Keys. Μεγαλώντας έγινα πιο ρετρολάγνα και έτσι αγάπησα την Jazz και Soul. Οι αγαπημένες μου μεγάλες κυρίες και ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης είναι οι Ella Fitzgerald, Nina Simone, Sarah Vaughan, Abbey Lincon, Betty Carter, Aretha Franklin και Roberta Flack.

ΒΙΒΛΙΑ: Η αλήθεια είναι ότι για πολύ καιρό το διάβασμα δεν ήταν στις άμεσες προτεραιότητες μου, ξεκινούσα ένα βιβλίο το άφηνα στη μέση και μετά δεν το ξανάπιανα ποτέ. Τα τελευταία χρόνια αυτό άλλαξε κι άρχισα σιγά-σιγά να αναπληρώνω τον χαμένο χρόνο. Διαβάζω στο μετρό, πριν κοιμηθώ, και γενικά όποτε έχω λίγο χρόνο να ξεκλέψω μέσα στη μέρα. Το καλοκαίρι διαβάζω πολύ περισσότερο, φαντάζει ιδανικό να είσαι στην παραλία ή σε ένα δροσερό μπαλκόνι και να διαβάζεις ένα ωραίο βιβλίο. Το πιο πρόσφατο βιβλίο που διάβασα και με ενθουσίασε είναι τα Γράμματα στη Νόρα, του James Joyce: επιστολές που έστελνε στη γυναίκα του — η απόλυτη αποτύπωση του έρωτα, της φωτεινής και σκοτεινής πλευράς του «άνευ ορίων άνευ όρων».

ΤΑΙΝΙΕΣ: Εδώ έχουμε ένα μεγάλο πρόβλημα: αδυνατώ να συγκρατώ τίτλους και σκηνοθέτες. Γενικά δεν πηγαίνω πολύ συχνά στο σινεμά, προτιμώ την άνεση του σπιτιού μου – και ναι, είμαι από αυτούς τους λίγους πλέον ανθρώπους που πηγαίνουν στο βίντεοκλαμπ. Θα δω λίγο πολύ τα πάντα, από χολυχουντιανά blockbusters μέχρι ανεξάρτητες ταινίες. Αγαπώ τον κλασσικό κινηματογράφο — κάτι στο μαυρόασπρο με ιντριγκάρει. Και για κάποιο λόγο που ακόμα δεν έχω καταλάβει μου αρέσουν πολύ τα θρίλερ. Από τους αγαπημένους σκηνοθέτες (που θυμάμαι) είναι οι Tarantino, Kubrick, και Fellini. Μου είναι πολύ δύσκολο να διαλέξω μία αγαπημένη ταινία αλλά η πρώτη που μου έρχεται στο μυαλό είναι το Pulp Fiction.

INTERNET: Σχέση μίσους και πάθους. Δεν πολύ συμπαθώ τα social media, τρώνε πολύτιμο χρόνο από την ζωή σου χωρίς να προσφέρουν τίποτα το ουσιαστικό, και πιστεύω ότι έχουν ίσως περισσότερο αρνητική επίδραση στη κοινωνία παγκοσμίως παρά θετική. Το πιο ενοχλητικό είναι το ότι κάπως σου επιβάλλεται να είσαι στα social media, είτε το θέλεις είτε όχι. Βέβαια, υπάρχει το youtube και το google που κάνουν τη ζωή μας πιο εύκολη.

ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ: Δεν βλέπω τηλεόραση σχεδόν καθόλου και όταν θα δω συνηθώς βλέπω παιδικά, ή άμα πετύχω καμιά ταινία. Επίσης, πολύ πλάκα έχουν οι ειδήσεις που σπείρουν τον πανικό και την καταστροφή.

ΣΠΟΡ: Όταν ήμουν μικρή έκανα πρωταθλητισμό στο τριπλούν, αλλά λόγο τραυματισμού τα παράτησα και έπειτα δεν ασχολήθηκα παρόλο που μου άρεσε πάρα πολύ. Γενικά σαν παιδάκι είχα περάσει από διάφορα αθλήματα. Σαν ενήλικας δεν ήμουν τόσο δραστήρια και γυμναζόμουν σπάνια. Βέβαια, από φέτος που σπουδάζω υποκριτική, και έχουμε μαθήματα κίνησης και χορού, μπορώ να πω ότι έχω αρχίσει να βρίσκω πάλι την φόρμα μου.

ΤΑΞΙΔΙΑ: Από τα μεγαλύτερα μου όνειρα είναι να ταξιδέψω σε όλο τον κόσμο με τα αγαπημένα μου πρόσωπα. Υπάρχουν τόσα απίθανα μέρη πάνω στη γη, που μου φαίνεται αδιανόητο να μην πας να τα δεις. Άγνωστοι τόποι, γλώσσες, κουλτούρες που πρέπει να γνωρίσεις. Το πιο σημαντικό ταξίδι που έχω κάνει ήταν στα 18 μου στη Τζαμαϊκα — ήταν ένας άλλος κόσμος, ένας πολύ όμορφος άλλος κόσμος. Γνώρισα συγγενής που μέχρι τότε δεν γνώριζα, είδα πόσο άπλα μπορείς να ζεις και να είσαι χαρούμενος, πραγματικά άλλαξε όλη η κοσμοθεωρία μου.

ΓΕΙΤΟΝΙΑ: Μεγάλωσα στο παλιό Ψυχικό – όχι, δεν είμαι πλούσια, ούτε μένω σε βίλα, να το διευκρινίσουμε, γιατί συνήθως με κοιτάνε λίγο περίεργα όταν μιλάω για Ψυχικό. Βρήκε φθηνό οικόπεδο ο παππούς και το πήρε. Είναι ωραία η γειτονιά μου, έχει πολύ πράσινο, ησυχία, πολλά παρκάκια, τα σπίτια δεν ξεπερνούν τους 3 ορόφους, κι είναι σπάνιο φαινόμενο να δεις αυτοκίνητο χρονολογίας πριν του 2015, αλλά είναι κι εκτός πραγματικότητας. Προτιμώ το κέντρο, είναι πιο αληθινό. Μου αρέσει η βαβούρα του, μου αρέσει που μπορείς να συναντήσεις οποιονδήποτε στο δρόμο σου. Όλοι είναι εκεί. Περισσότερο γειτονιά μου όμως νιώθω τον Νέο Κόσμο, όπου έμενα για αρκετό καιρό.

ΤΩΡΑ: Στις 23 Μαρτίου βγήκε από την Feelgood η ταινία του Γιάννη Σακαρίδη Amerika Square, που είναι κι η πρώτη ταινία στην οποία συμμετέχω. Ήταν μία τρομερή εμπειρία για εμένα δεν θα μπορούσα να ήμουν πιο χαρούμενη. Είμαι στο πρώτο έτος της Δραματικής Σχολής του Ωδείου Αθηνών κάτι που το ήθελα πολύ. Και επίσης με την μπάντα που τραγουδάω τα τελευταία χρόνια, το Sera Bellos quartet, κάνουμε διάφορες εμφανίσεις σε μαγαζιά στην Αθήνα.

ΠΗΓΗ: popaganda.gr

Πλατεία Αμερικής: 4 καλοί λόγοι για να δεις την ταινία που γλεντάει τον Νεοέλληνα

Παράξενο ή όχι, στην ταινία του Γιάννη Σακαρίδη (που κάνει πρεμιέρα για λογαριασμό της Feelgood την Πέμπτη 23 Μαρτίου), το σινεμά είναι δέντρο. Το δάσος είναι ο ελληνικός μικρόκοσμος, όπως κανένας δεν τον απεικόνισε ως τώρα. Οι μετανάστες, οι (νεο)Έλληνες, οι άνθρωποι χωρίς μελόδραμα, χωρίς κορόνες, χωρίς υπερβολές. Το φιλμ είναι αστείο, πολύ αστείο διάολε, γιατί μας δείχνει όπως είμαστε στ’ αλήθεια.

Αν λοιπόν ψάχνεις λόγο να δεις την Πλατεία Αμερικής, πάρε τέσσερις πολύ πιο σημαντικούς από σκηνοθεσίες και τρικ.

Πλατεία Αμερικής

Γιατί σου δείχνει ότι ο νεοέλληνας δεν είναι ρατσιστής, ούτε φασίστας. Μαλάκας είναι…

Η πιο μεγάλη μαγκιά της ταινίας, είναι αυτός ο πρωταγωνιστής. Ο Νάκος. Ο νεοέλληνας. Ο σύγχρονος νεοέλληνας, όχι εκείνος του ’80. Ο τύπος που σ’ όλη του τη ζωή δεν έχει κάνει τίποτα. Σαράντα χρόνων μπέμπης που τον ταΐζουν οι γονείς του, και που ακόμα ψάχνει λόγους να νιώθει αδικημένος. Όπως γκρινιάζει ένας μπέμπης, όταν τον αναγκάζουν να μοιραστεί τα παιχνίδια του με τ’ άλλα παιδάκια. Το τελευταίο παιχνίδι του Νάκου, είναι η πλατεία (Αμερικής). Και τ’ άλλα παιδιά, οι μετανάστες. Οι ξένοι. Αυτοί που δεν ανήκουν στα μέρη του. Οι “καινούριοι” του σχολείου.

Είναι ο Νάκος ρατσιστής; Έχει στ’ αλήθεια μίσος γι’ αυτούς τους ανθρώπους; Αμφιβάλλω. Μπούλης είναι, με νταϊλίκι ψεύτικο κι ανώριμο παράπονο. Αν δεν ήταν οι μετανάστες, θα ‘ταν κάποιοι άλλοι. Απλά δεν θέλει να μοιραστεί την τσουλήθρα του με κανέναν. Δεν ψάχνει αίτια κι αιτιατά. Είναι εμβρυακά ηλίθιος, εντελώς απαίδευτος, ξεκαρδιστικά (ίσως) μα κι απόλυτα μαλάκας. Έτσι είναι. Έτσι είμαστε. Ρίξε μια ματιά γύρω σου, μια χώρα γεμάτη Νάκους.

(Υπέροχος, απίθανος, φανταστικός Μάκης Παπαδημητρίου! Χτίζει έναν ρόλο ζωγραφιά).

…Αλλά οι μαλακίες πληρώνονται!

Ωστόσο, ακριβώς επειδή ο Νάκος συνεχίζει επί χρόνια να λογαριάζει τα πράγματα με συνθήκες νηπιαγωγείου, δεν το μπορεί να διαχωρίσει το μικρό απ’ το μεγάλο. Γι’ αυτόν το να “διώξει” τους ξένους απ’ τη γειτονιά του, είναι τεράστιο σαν σταυροφορία αλλά κι ελάχιστο όσο να διώξει τα παιδάκια απ’ την τσουλήθρα “του”. Ώσπου το παιχνίδι του στραβώνει. Γίνεται επικίνδυνο. Γυρίζει μπούμερανκ και του χτυπάει τη μούρη. Τότε ο Νάκος κάθεται στη γωνία. Βάζει τα κλάματα. Μετανιώνει (;) αλλά δεν μαθαίνει. Την άλλη μέρα, ξανά θα ψάχνει τρόπο να διώξει τους ξένους. Ξανά θα γκρινιάζει για την πλατεία του. Όλα αυτά όμως, γιατί το μπούμερανκ δεν τον βρήκε στα γεμάτα. Μια μέρα θα τον βρει, δεν υπάρχει αμφιβολία. Και θα του αξίζει. Κι εκείνος θα μιξοκλαίει τότε, χωρίς να καταλαβαίνει τι συνέβη.

Γιατί σου δείχνει ότι ο Έλληνας όταν θέλει είναι αληθινός μάγκας.

Όμως υπάρχει κι η άλλη πλευρά. Υπάρχει κι ο Έλληνας που αξίζει τον κόπο. Ο Έλληνας που αγαπάει τους ανθρώπους και γίνεται θυσία. Εν προκειμένω, ο Μπίλι (Γιάννης Στάνκογλου). Αυτός είναι μεγάλο παλικάρι. Αυτός είναι ρεμάλι της γειτονιάς, όχι “καλό παιδί”. Έχει μπαρ, είναι της νύχτας άνθρωπος και… παράνομος τατουατζής. Όμως αυτός ο τύπος που δεν ακούγεται καλή παρέα για το γιό σου, που δεν θα τον προξένευες ποτέ στην κόρη σου, έχει μέσα του όλα εκείνα τα στοιχεία που ψάχνεις στις ασπρόμαυρες ταινίες του Κωνσταντάρα. Ο Μπίλι έχει μπέσα. Έχει φιλότιμο. Γίνεται θυσία. Ο Μπίλι αγαπάει κι ερωτεύεται. Σου δίνει το χέρι για να μη βουλιάξεις. Δεν το λέει, αλλά το κάνει. Αν τελικά αναρωτιέσαι πού διάολο πήγαν εκείνοι οι άνθρωποι της παλιάς ελληνικής ταινίας, ψαξ’ τους σ’ ένα μπαράκι στην πλατεία Αμερικής. Κι αν θέλεις, ζήτα τους κρυφά να σου χτυπήσουν τατουάζ στον πάνω όροφο.

Γιατί αρνείται να βουλιάξει!

Refuse to Sink. Αυτό ζητάνε όλο και περισσότεροι μετανάστες να τους “χτυπήσει” στο σώμα τους ο Μπίλι. Μια υπόσχεση και μια ελπίδα. Πως αυτοί δεν θα πνιγούνε στη μεσόγειο. Ότι θα φτάσουν ως το τέλος της διαδρομής. Με έναν παρόμοιο τρόπο, ολόκληρο το φιλμ αρνείται να βουλιάξει. Αρνείται να είναι απαισιόδοξο. Οι κακοί κερδίζουν (τι νουάρ θα ‘ταν αλλιώς;), οι φελλοί επιπλέουν, όμως στο τέλος της μέρας κάποιοι άνθρωποι συνεχίζουν το ταξίδι. Και τελικά η ελπίδα ζει, το όνειρο επιπλέει, η ταινία του Σακαρίδη χτυπάει κι αυτή το τατουάζ της. Μπορεί τα σύνορα να είναι μπίζνες. Μπορεί οι άνθρωποι να είναι μπίζνες. Όμως υπάρχει ελπίδα, κι όσο εκείνη υπάρχει αξίζει να υπάρχουμε κι εμείς.

Η ”Πλατεία Αμερικής” έρχεται στις αίθουσες την Πέμπτη 23 Μαρτίου, από τη Feelgood.

ΠΗΓΗ: provocateur.gr

Τρεις ήρωες – τους υποδύονται ο Γιάννης Στάνκογλου, ο Μάκης Παπαδημητρίου και ο Βασίλης Κουκαλάνι – αφήνουν τις μοίρες τους να συναντηθούν με φόντο την Πλατεία Αμερικής στη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του Γιάννη Σακαρίδη που έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα της στο Φεστιβαλ της Μπουσάν, ταξίδεψε στα φεστιβάλ του κόσμου, βραβεύθηκε στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης από τη Διεθνή Ενωση Κριτικών Κινηματογράφου, διεκδικεί έξι βραβεία Ιρις της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου και ετοιμάζεται να συναντήσει το ελληνικό κοινό στις αίθουσες στις 23 Μαρτίου.

Ο δημιουργός του «Amerika Square» μιλάει στο Flix για τα τατουάζ που μένουν, τους ανθρώπους που αναζητούν ένα τρόπο για να φύγουν, τις πλατείες που αλλάζουν και μια πόλη που αρνείται να μείνει ίδια.

Ο Γιάννης Σακαρίδης με τον Γιάννη Στάνκογλου στα γυρίσματα

Γιάννης Σακαρίδης

 

Ποια ήταν η κεντρική ιδέα που γέννησε το «Amerika Square»;

Εμπνέομαι από προσωπικά βιώματα, από καυτά ζητήματα της επικαιρότητας και βασίζομαι σε μια πολυβραβευμένη νουβέλα του Γιάννη Τσίρμπα «Η Βικτώρια δεν υπάρχει». Ενας μπανάλ ρατσιστής, Ενας τατού άρτιστ. Ενας φυγάς από τo Αλέπο. Καθαρές γραμμές από το πιστόλι του τατού, χιούμορ, σαρκασμός, έρωτας, το μεταναστευτικό ζήτημα, το trafficking, η οικονομική κρίση, η ξενοφοβία στη πιο πολιπολιτισμική γειτονιά της Αθήνας.

Ποια ήταν η έμπνευση για τον τόνο της ταινίας;

Μ’ αρέσουν οι ταινίες του Γούντι Αλεν και του Κεν Λόουτς. Ψάχνω μια φόρμα η οποία αγγίζει τον νέο Νεορεαλισμό, να έχει χιούμορ, λυρισμό, γρήγορο αφηγηματικό ρυθμό και πυκνότητα στη θεματολογία, χωρίς οι χαρακτήρες να χάνουν την επαφή με τη πραγματικότητα.

Πόσο επηρέαζε η πραγματικότητα γύρω σου το σενάριο της ταινίας κατά τη δημιουργία της;

Εχω εμμονή σε θέματα κοινωνικής ευαισθησίας, που επηρεάζουν τις ζωές απλών πολιτών, και στην πάλη του «καλού» και του «κακού», έτσι όπως την βιώνουμε έξω από την πόρτα μας στην καθημερινότητά μας. Κάναμε μεγάλη έρευνα στη φιλοσοφία του τατού, στις τεχνικές, μιλήσα με τατού άρτιστς. Επίσης μίλησα με πολλούς πρόσφυγες, κοινωνικούς λειτουργούς και ανθρώπους από το Υπουργείο Μεταναστευτικής Πολιτικής.

Πόση αλήθεια και πόση μυθοπλασία υπάρχει μέσα στην ιστορία του «Amerika Square»;

Κατάγομαι και γω από προσφυγική οικογένεια, οι παππούδες μου ήρθαν από την Ανατολική Θράκη, επίσης στα 18 χρόνια που έζησα στο Λονδίνο με κάνανε να έρθω πολύ κοντά σε ανθρώπους που είναι μετανάστες ή πρόσφυγες. Το τατού είναι το μόνο προσωπικό στοιχείο που μπορεί κρατήσει ασφαλές κάποιος που φεύγει από τη πατρίδα του στην Αφρική ή την Ασία και ταξιδεύει κάτω από αντίξοες συνθήκες προς την Ευρώπη ή την Αυστραλία. To «Refuse to sink» είναι το πιό δημοφιλές και χαρακτηριστικό τατού ανάμεσα στους πρόσφυγες. Είναι το τατού του πρωταγωνιστή Μπίλλη (Γιάννη Στάνκογλου) και της φίλης του Τερέζας (Ξένια Ντάνια). Επίσης το τατού είναι το ίδιο σε όλα τα χρώματα δέρματος σε όλες τις φυλές. Και όπως λέει ο Μπίλλη: «Ακόμα και το μελάνι, το ταπεινό μελάνι, διαρκεί περισσότερο από μας. Από τους έρωτές μας, τον ιδρώτα μας, το σώμα μας το ίδιο. Ενάμισυ χρόνο. Παίρνει ενάμισυ χρόνο να φύγει ένα τατού. Αφού πεθάνεις…»

Τι απαντάς σε όσους θεωρούν ξεπερασμένο (ήδη) να ασχολείται το σινεμά με το μεταναστευτικό, τους πρόσφυγες, το νέο πληθυσμιακό χάρτη της χώρας;

Το σινεμά πάντοτε είχε και πάντοτε θα έχει το δικαίωμα – και για μένα την υποχρέωση – να εμπνέεται και να τοποθετείται απέναντι σε μια πραγματικότητα που επηρεάζει και διαμορφώνει το κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι. Αισθάνομαι διπλά υπερήφανος που το «Amerika Square» είναι (ίσως) η μόνη από τις περίπου είκοσι ελληνικές ταινίες της χρονιάς που μιλάει για ένα διαχρονικό θέμα, με το οποίο ασχολείται σήμερα κατεπειγόντως η παγκόσμια κοινότητα εντός και εκτός οθόνης. Και τριπλά περήφανος που το Hollywood Reporter έγραψε: «Το “Amerika Square” είναι μια από τις καλύτερες ευρωπαϊκές ταινίες για τις οδυνηρές επιπτώσεις του προσφυγικού». Θα απευθύνατε ποτέ το ίδιο ερώτημα στον Τζιφράνκο Ρόζι που έκανε το «Φωτιά στη θάλλασα / Fuocoammare» (Χρυσή Αρκτος πέρυσι στο Βερολίνο) ή στον Ζακ Οντιάρ που έκανε το «Dheepan» (Χρυσός Φοίνικας πρόπερσι στις Κάννες); Ή μήπως να αφήνουμε πλέον μόνο τον Ντόναλντ Τραμπ να ορίζει την ατζέντα για το θέμα; Αυτοί που θεωρούν «ξεπερασμένο» το θέμα της μετανάστευσης Ελλήνων προς το εξωτερικό αλλά και προσφύγων στην Ελλάδα, εκφράζουν τη ρατσιστική τους τάση από θέση ισχύος. Δεν υπάρχουν για μένα μπανάλ θεματολογίες. Είναι μπανάλ θεματικά στο σινεμά ο έρωτας; Η ηλικιακή κρίση; Η οικογένεια;

Ο Γιάννης Σακαρίδης

Γιάννης Σακαρίδης

Ποια είναι η σχέση σου με την Πλατεία Αμερικής;

Η Πλατεία Αμερικής, η «Via Veneto» στα 50s και 60s, το αγαπημένο μέρος των καλλιτεχνών, κινηματογραφιστών, «εκεί που ζούσε η Μαρία Κάλλας», με δεκάδες σινεμά και θέατρα, τώρα είναι μια από τις πιο πολυπολιτισμικές γειτονιές της Αθήνας και ένα πολύ γνώριμο περιβάλλον για μένα ερχόμενος από το Λονδίνο. Εχουν περάσει πολλά πράγματα από κει τα τελευταία 10 χρόνια που είμαι στην Ελλάδα και αναπτύσσω αυτη την ιδέα. Αφρικάνοι, οι επιδρομές κατά των προσφύγων και τώρα η Πλατεία είναι η σύγχρονη «Καζαμπλάνκα», ο πρώτος σταθμός χιλιάδων προσφύγων και μεταναστών τη τελευταία δεκαετία, όπου χιλιάδες πρόσφυγες περιμένουν το εισιτήριο ή τον σμάγκλερ ή ένα τρόπο να φύγουν στη Δυτική Ευρώπη.

Συνεχίζεις σε ένα μοναχικό δρόμο, κάνοντας ταινίες αθόρυβα, σχεδόν χειροποιήτα. Είναι ο μοναδικός τρόπος να κάνεις αυτό που θέλεις και κυρίως όταν το θέλεις στην Ελλάδα;

Δεν συμφωνώ με τον μοναχικό δρόμο, το «αθόρυβα» και χειροποιήτα. Πώς μπορεί κάποιος να είναι μοναχικός σε μια ταινία με 4 παραγωγούς και συμπαραγωγούς την ΕΡΤ, 3 σεναριογράφους, 3 πρωταγωνιστές και την υποστήριξη του ΕΚΚ; Συνεχίζω να κάνω ταινίες στην Ελλάδα. Τελεία. Κάθε φορά με όλο και περισσότερους εξαιρετικά ταλαντούχους ανθρώπους δίπλα μου που με πιστεύουν από την πρώτη στιγμή. Ξέρω πως σε κάθε ταινία μου, εντός και εκτός Ελλάδας, θα έχω ολοένα και περισσότερους γύρω μου. Αλλά ναι, πηγαίνω σε λίγα πάρτυ. Και δεν κάνω πολύ lobbying. Πάντως, τον περασμένο Οκτώβριο στην παγκόσμια πρεμιέρα του «Amerika Square» στο Busan, όπου είχα δίπλα μου τον Γιάννη Στάνκογλου, κάναμε αρκετό «θόρυβο». Aνάμεσα στους θαυμαστές της ταινίας είχαμε αρκετούς από την αφρόκρεμα του σύγχρονου κορεατικού σινεμά, όπως η Σο-ρι Μουν, πρωταγωνίστρια του Παρκ Τσαν-γουκ στην «Υπηρέτρια».

Με τι κριτήριο διάλεξες τους τρεις πρωταγωνιστές της ταινίας;

Κάνω κάστινγκ πριν ολοκληρωθεί το σενάριο οπότε με τους ηθοποιούς συζητάμε το θέμα, τον χαρακτήρα και ο ηθοποιός βάζει τη ζωή του μέσα στο σενάριο: αυτά που ζει, που ονειρεύεται, που φαντάζεται αλλά και αυτά που θα ήθελε να κάνει. Μια avant – garde αυτοβιογραφία. Το σενάριο είναι μια οργανική διαδικασία που αναπτύσσεται μέχρι το γύρισμα. Κάνουμε λίγες πρόβες και όταν φτάσουμε στη διαδικασία του γυρίσματος υπάρχει ελευθερία στον διάλογο, στον αυτοσχεδιασμό και στη κίνηση. Αυτό γίνεται με μια διάθεση απόλυτης εμπιστοσύνης προς τους ηθοποιούς, που την έχω, το νιώθουν αυτό και κάπως βγαίνει η αίσθηση αυτή αφού τους εμπιστεύομαι απόλυτα.

Σινεμά στην Ελλάδα – μετά από δύο ταινίες μεγάλου μήκους, πώς θα περιέγραφες την εμπειρία;

Κόντρα στη πολιτική και την οικονομική κατάσταση της χώρας, πιστεύω ότι η Αθήνα είναι ένα σημαντικό πολιτιστικό κέντρο της Ευρώπης και πεδίο έμπνευσης για τις τέχνες. Σήμερα, υπάρχει μια ταλαντούχα και λαμπρή γενιά δημιουργών που κάνει σινεμά, οι εξαιρετικοί ηθοποιοί που κάνουν θέατρο γίνονται κάθε χρόνο καλύτεροι και είναι θέμα έμπνευσης και σεναρίου για να ξεκινήσει κάτι καλό.

ΠΗΓΗ: flix.gr