Ο Ελληνοϊρανός σκηνοθέτης και ηθοποιός μιλά στο Lifo.gr με αφορμή την ειδική μνεία που έλαβε στο πρόσφατο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης για τον ρόλο του στην κινηματογραφική «Πλατεία Αμερικής» του Γιάννη Σακαρίδη

Η ταινία, η οποία εστιάζει στο προσφυγικό και τον αντίκτυπό του στην αθηναϊκή πραγματικότητα, του ταίριαξε «γάντι», εφόσον τη θαυμάσια ερμηνεία του στον ρόλο ενός Σύριου πρόσφυγα την οφείλει, εν μέρει, στο γεγονός ότι έχει κι ο ίδιος από παιδί διαμορφώσει μια κουλτούρα κοσμοπολίτη μετανάστη: γεννήθηκε στην Κολωνία από πατέρα Ιρανό και μητέρα Ελληνίδα, μεγάλωσε σε τρεις διαφορετικές χώρες (Γερμανία, Ιράν, Ελλάδα), σπούδασε υποκριτική σε Αθήνα, Βερολίνο και Νέα Υόρκη κι έχει να λέει ότι θα κατάφερνε πολύ λιγότερα στη ζωή του, αν μεγάλωνε σε έναν κόσμο με κλειστά σύνορα, γι’ αυτό και υπερασπίζεται την αναγκαιότητα να είναι ανοικτά για όλους όσοι από επιθυμία ή ανάγκη ξενιτεύονται. Συνεργάστηκε με σκηνοθέτες όπως ο Στάθης Λιβαθινός, ο Λευτέρης Βογιατζής και ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, διακρίνεται ως σκηνοθέτης και ηθοποιός στο παιδικό θέατρο με τη Συντεχνία του Γέλιου, ενώ η «Πλατεία Αμερικής» είναι η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του. Συζητήσαμε γι’ αυτήν, για το προσφυγικό και τα συμφέροντα που το συντηρούν, για τη φασιστική απειλή –«βολεύει, βλέπεις, να φταίει ο αποκάτω και όχι ο αποπάνω σου»–, για τις περιπλανήσεις του στο εξωτερικό, αλλά και στην Αθήνα, για τα προσωπικά του πιστεύω, αλλά και για το παιδικό θέατρο, το οποίο θεωρεί μια πολύ σοβαρή υπόθεση, αφού «ένα γέλιο θα τους ξεμπροστιάσει» και δηλώνει πεπεισμένος ότι «τίποτα δεν χρειάζεται να μείνει όπως είναι, αν είμαστε ενωμένοι και λειτουργούμε με κοινό νου, αγάπη, μα και αυθάδεια», όπως είναι και το σλόγκαν της Συντεχνίας του.

Βασίλης Κουκαλάνι

— Όταν τον Οκτώβριο στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης σού απονεμήθηκε ειδική μνεία για τον ρόλο σου στην «Πλατεία Αμερικής», την αφιέρωσες στον συριακό λαό, κάνοντας έκκληση να ανοίξουν ξανά τα ευρωπαϊκά σύνορα.

Προέβην σε αυτήν τη δήλωση, επειδή θεώρησα ότι μέσω εμού βραβεύτηκε η ιστορία του ανθρώπου που υποδύομαι και που θα μπορούσε να είναι ένας Σύριος ή οποιοσδήποτε άλλης εθνικότητας πρόσφυγας – εκείνους, τρόπον τινά, αντιπροσώπευσα. Εξακολουθώ, άλλωστε, να πιστεύω ακράδαντα στη Συνθήκη της Γενεύης και στα ανοιχτά σύνορα, που δίχως αυτά κι εγώ θα είχα διαφορετική μοίρα. Γιατί μπορεί να μην υπήρξα ο ίδιος πρόσφυγας, απέκτησα όμως κατά κάποιον τρόπο ένα βίωμα μετανάστη, έχοντας ζήσει, σπουδάσει κι εργαστεί σε διαφορετικές χώρες (Ιράν, Ελλάδα, Γερμανία, ΗΠΑ). Την προσφυγιά τη δημιουργούν οι πόλεμοι και πιστεύω πως αυτοί που μαίνονται στη Μέση Ανατολή επιτηρούνται και διαιτητεύονται από τη Δύση, ασχέτως του ότι έχουν και τα εκεί καθεστώτα ευθύνες. Ο ISIS π.χ. δεν είναι τερατογένεση, αλλά εγκληματίες μισθοφόροι που εξοπλίστηκαν από τη CIA και άλλες μυστικές υπηρεσίες για να εξυπηρετήσουν συγκεκριμένα συμφέροντα. Το επιβεβαιώνουν και τα στοιχεία που δημοσίευσε πρόσφατα ο Τζούλιαν Ασάνζ στο WikiLeaks. Η θρησκεία είναι η πρόφαση επιτήδειων για να προσηλυτίσουν αφελείς. Είναι τα ίδια συμφέροντα που εμποδίζουν τόσα χρόνια να βρεθεί λύση στο Παλαιστινιακό…

— Το προσφυγικό παραμένει, πάντως, ανοιχτή πληγή. Είναι νωπή ακόμα η τραγωδία με την έκρηξη από γκαζάκι στον καταυλισμό της Μόριας στη Λέσβο, όπου σκοτώθηκαν μια γυναίκα κι ένα παιδί. Χειμώνιασε και τα προβλήματα πολλαπλασιάζονται. Χρήματα, ωστόσο, δίνονται και πολλά…

Ναι, ακούω κι εγώ για τα χρήματα που διαθέτει η Ε.Ε. για το προσφυγικό. Η γνώμη μου είναι ότι είναι πολύ μεγάλη η υποκρισία της. Μοιράζει ελεημοσύνη χωρίς προοπτικές ή εξοπλίζει στρατούς σαν τη Frontex, σηκώνει φράχτες στα σύνορα και φτιάχνει καταυλισμούς-στρατόπεδα. Η Ευρώπη δεν δικαιούται με κανέναν τρόπο να μιλά για προσφυγική κρίση, έχει δεχτεί πολύ λιγότερους ανθρώπους απ’ ό,τι χώρες όπως ο Λίβανος, η Ιορδανία, το Ιράν, το Πακιστάν, ακόμα και η Τουρκία. Αυτές σηκώνουν το κύριο βάρος του προσφυγικού, παρ’ ότι διαθέτουν πολύ μικρότερο ΑΕΠ. Στον Λίβανο νομίζω ότι η αναλογία είναι ένας πρόσφυγας ανά εννιά κατοίκους, στην Ε.Ε. ένας στους χίλιους! Από κει και πέρα, ναι, υπάρχει κακοδιαχείριση όσον αφορά τα κεφάλαια που διατίθενται γι’ αυτόν το λόγο στην Ελλάδα, όμως αυτό δεν είναι καινούργιο. Ήδη από το 2004 η Ε.Ε. έδινε χιλιάδες ευρώ ανά άτομο που επαναπροωθούνταν στην Ελλάδα από χώρες της Ευρώπης, χρήματα που οι περισσότεροι πρόσφυγες δεν έβλεπαν ποτέ και κατέληγαν είτε στα πέριξ της Ομόνοιας είτε στη διαδρομή Πάτρα-Ηγουμενίτσα, ψάχνοντας να χωθούν σε κάποιο πλοίο για Ιταλία. Για να αντιμετωπιστεί το φαινόμενο χρειάζεται αλλαγή των πολιτικών και πρακτικών που εφαρμόζονται, αλλά κυρίως, μακροπρόθεσμα, αναδιοργάνωση θεσμών, σχέσεων εργασίας και παραγωγής. Όμως, αυτό είναι μια άλλη μεγάλη συζήτηση.

— Ας επιστρέψουμε στην ταινία. Βασίζεται, διάβασα, στο μυθιστόρημα «Η Βικτώρια δεν υπάρχει» του Γιάννη Τσίρμπα, που συνεργάστηκε κιόλας με τον σκηνοθέτη Γιάννη Σακαρίδη στο σενάριο.

Ναι, και έκαναν, νομίζω, πολύ καλή δουλειά. Το φιλμ πραγματεύεται το οδοιπορικό τριών διαφορετικών ανθρώπων στην υφιστάμενη κατάσταση της Αθήνας. Ένας παλιός ροκάς (Γιάννης Στάνκογλου), που ένας απρόσμενος έρωτας με μια Αφρικανή τον βγάζει από τον λήθαργό του, ένας μακροχρόνια άνεργος που υιοθετεί ακροδεξιές ιδέες (Μάκης Παπαδημητρίου) κι ένας Σύριος πρόσφυγας (εγώ), που με τη βοήθεια ενός διακινητή προσπαθεί να βγάλει πλαστό διαβατήριο για να φύγει μαζί με τη μικρή του κόρη στη Γερμανία, να γίνει ένας ακόμα τυχερός από εκείνους που γίνονται δεκτοί ως αξιοποιήσιμοι στην παραγωγική αλυσίδα. Τρεις διαδρομές που συναντιούνται άμεσα ή έμμεσα ώσπου, εν τέλει, να συγκρουστούν, όντες και οι τρεις τους γείτονες σε μια κάποτε κατεξοχήν αστική συνοικία, όπου σήμερα διασταυρώνονται και συνυπάρχουν άνθρωποι από πολλές διαφορετικές χώρες, φυλές και τάξεις. Όλη αυτή, δε, η πληθυσμιακή μεταβλητότητα συνέβη εν μέσω ανεργίας, οικονομικής και προσφυγικής κρίσης, γενικευμένης ανασφάλειας και αβεβαιότητας, με αποτέλεσμα να τροφοδοτήσει μισαλλόδοξα και ξενοφοβικά κηρύγματα. Βέβαια, στην ταινία η «δράση» μεταφέρεται στην πλατεία Αμερικής, όπως είναι και ο τίτλος της, δίχως αυτό να αλλάζει πολλά –πρόκειται, άλλωστε, για μια περιοχή που έχει αντίστοιχα θέματα με τη Βικτώρια. Η πλατεία Αμερικής μού είναι κιόλας, ξέρεις, αρκετά οικεία – νοίκιαζα πολλά χρόνια ένα διαμέρισμα εκεί κοντά, στην Αχαρνών. Τη θυμάμαι, όταν ακόμα ήταν δημοφιλές στέκι ροκάδων. Νομίζω ότι από εκείνη την εποχή απέμεινε μόνο η Rebound. Σήμερα ζουν εκεί αρκετοί μετανάστες, κυρίως Αφρικανοί και Ασιάτες, γι’ αυτό και στοχοποιήθηκε από τη Χ.Α. στο πρόσφατο παρελθόν. Ωστόσο, δεν τη χαλάσανε οι ξένοι την περιοχή, μην τρελαθούμε. Είχε υποβαθμιστεί ήδη, πριν έρθουν. Έμενα με την κοπέλα μου σε ένα διαμέρισμα στον πρώτο όροφο και δεν μπορούσαμε να ακούσουμε ο ένας τον άλλο από τη φασαρία, άσε το καυσαέριο, τη βρόμα, το ανύπαρκτο πράσινο, τα καταθλιπτικά κτίρια, τις χάλια υποδομές…

— Γι’ αυτό μετακινήθηκες Πετράλωνα;

Γι’ αυτό και για πολλούς ακόμα λόγους. Αυτό, άλλωστε, συνέβη προτού γίνουν του συρμού, που λένε. Μένω στα Πετράλωνα από το 2001 κι έχω ζήσει τις αλλαγές αυτής της συνοικίας από πρώτο χέρι. Ήταν μια ήσυχη, αλλά δραστήρια και ιστορική λαϊκή γειτονιά, όπου τα χρόνια μετά την Ολυμπιάδα άρχισε να δημιουργείται μια ωραία ζεύξη με καλλιτέχνες, φοιτητές και γενικά νέους ανθρώπους που πρόσθεσαν μια θετική ποικιλομορφία στην περιοχή, που δεν παρενέβαινε ούτε κυριαρχούσε στον χαρακτήρα της. Πιστεύω πως μια κορύφωση αυτής της κατάστασης ήταν τα δραματικά γεγονότα που ζήσαμε σε όλη τη χώρα, αλλά ειδικά στην Αθήνα ανάμεσα στον Δεκέμβρη του ’08 και στο καλοκαίρι του ’12. Ο Γρηγορόπουλος, τα μνημόνια, οι μεγάλες διαδηλώσεις, οι καταλήψεις στο Σύνταγμα, η αστυνομοκρατία… Τα Πετράλωνα ήταν από τις περιοχές που ευαισθητοποιήθηκαν ιδιαίτερα σε σχέση με όλα αυτά. Στην πλατεία Μερκούρη γίνονταν κάθε τόσο λαϊκές συνελεύσεις, θυμάμαι τον κόσμο να είναι ανήσυχος, να βγαίνει, να συζητά, να κοινωνικοποιείται, να προβληματίζεται, να ελπίζει. Μη με ρωτάς αν και τι έμεινε από όλο αυτό, θα πρέπει να κάνουμε ξεχωριστή συνέντευξη, άσε που νομίζω ότι όλα έχουν ειπωθεί! Από κει και ύστερα, πιστεύω ότι τα μαγαζιά και τα κέντρα που άνοιξαν τα τελευταία χρόνια άλλαξαν πολύ τον χαρακτήρα του τόπου αλλά και των κατοίκων του, εφόσον μετατράπηκαν σε «in» πόλο διασκέδασης, βιώνοντας ένα άτυπο είδος gentrification ή πολεοδομικού εξευγενισμού.

— Κάτι άλλο αξιομνημόνευτο από την κινηματογραφική «Πλατεία Αμερικής»;

Καταρχάς, η εξαιρετική συνεργασία όλων των συντελεστών της ταινίας – ίσως η πιο πραγματικά συλλογική δουλειά που έχω κάνει! Έπειτα, η παρουσία ηθοποιών όπως η Θέμις Μπαζάκα, ο Αλέξανδρος Λογοθέτης, ο Ερρίκος Λίτσης και, βέβαια, ο Μάκης Παπαδημητρίου, ο οποίος ερμηνεύει εξαιρετικά τον Νάκο, έναν συντηρητικό, ακαλλιέργητο, αφελή τύπο που καταλήγει ρατσιστής. Έτσι, εξάλλου, συνέβη με τους περισσότερους που χάψανε το παραμύθι ότι για όλα φταίνε οι ξένοι που τάχα μας στερούν την ευημερία, «τρώγοντας» κρατικούς πόρους και ευρωπαϊκά κονδύλια. Παρ’ ότι, μάλιστα, προβαίνει σε ακραία πράξη, εύκολα κατανοείς ότι δεν είναι κάποιος εκ γενετής ψυχοπαθής φασίστας, αλλά ένας νέος άνθρωπος με έλλειψη κουλτούρας, επαγγελματικά και προσωπικά αδιέξοδα και απουσία προοπτικών. Έχει στερηθεί τη δυνατότητα να κάνει οτιδήποτε δημιουργικό, έχει απολέσει την αίσθηση του ανήκειν, ζει με τους γέρους του, δεν έχει καν παρέες.

— Είναι κοινός τόπος ότι σε τέτοια νερά «ψαρεύει» η ακροδεξιά ρητορική.

Ακριβώς, και αυτό δείχνει ότι ο ρατσισμός δεν είναι ένα εγγενές στοιχείο του ανθρώπου, αλλά δημιούργημα κοινωνικών συνθηκών που υποδαυλίζουν τα κυρίαρχα ΜΜΕ κι εκείνες οι πολιτικές και οικονομικές δυνάμεις που αποκομίζουν συμφέροντα από αυτή την πόλωση. Βολεύει, βλέπεις, να φταίει ο αποκάτω και όχι ο απο πάνω σου.

Ο Βασίλης Κουκαλάνι

Βασίλης Κουκαλάνι

— Είσαι κι εσύ κατά το ήμισυ αλλόφυλος.

Ναι, είμαι μισός Ιρανός, από τον πατέρα μου που γνώρισε την Ελληνίδα μητέρα μου στην Κολωνία, στις μεγάλες φοιτητικές διαδηλώσεις της δεκαετίας του ’60! Ήταν και οι δυο τους πολιτικοποιημένοι σπουδαστές, είχαν τότε και των δύο οι χώρες τυραννικά καθεστώτα, κάτι που δυστυχώς στο Ιράν εξακολουθεί να υφίσταται, απλώς με διαφορετική μορφή… Εκεί γεννήθηκα και μεγάλωσα μέχρι τα έξι μου χρόνια, οπότε μετακομίσαμε στην Τεχεράνη, απ’ όπου φύγαμε για την Ελλάδα λίγο πριν ξεσπάσει ο πόλεμος με το Ιράκ και ενώ ήδη εξουσίαζε ο Χομεϊνί. Όταν εγκατασταθήκαμε στην Αθήνα ήμουν 11 χρονών, αλλά προσαρμόστηκα πολύ γρήγορα, ίσως γι’ αυτό δεν έτυχε να αντιμετωπίσω διακρίσεις ή ρατσιστικές συμπεριφορές. Σύντομα έμαθα καλά και τη γλώσσα και σε αυτές τις περιπτώσεις σε αντιμετωπίζουν αλλιώς, βρίσκεις ευκολότερα τρόπους να ανήκεις. Εντούτοις, τόσο όταν πήγα να βγάλω ταυτότητα όσο και όταν κατατάχθηκα στον στρατό, πιάσανε να προσθέσουν ένα «ς» στο τέλος του επωνύμου μου, ώστε να ακούγεται ελληνοπρεπέστερο! Μαζί, φυσικά, με την ένδειξη «ΧΟ» στο θρήσκευμα, χριστιανός ορθόδοξος δηλαδή, κάτι που έχει πλέον καταργηθεί.

— Εσύ σε τι θεό πιστεύεις, αν πιστεύεις;

Σέβομαι όλες τις θρησκείες, αλλά θρήσκος δεν είμαι, όπως άλλωστε δεν ήταν ούτε οι δικοί μου. Η κουλτούρα μας στην οικογένεια ήταν εντελώς κοσμική, επικέντρωνε στη ζωή και στην πραγματικότητα.

— Από το 2011 «τρέχεις» τη Συντεχνία του Γέλιου που παρουσιάζει παραστάσεις για παιδιά. Πώς είναι, αλήθεια, να κάνεις παιδικό θέατρο;

Καταρχάς, να πω ότι οι παραστάσεις αυτές δεν είναι παιδικές με τη στενή έννοια του όρου, αλλά απευθύνονται σε ευρύτερο κοινό, ανεξαρτήτως ηλικίας. Μόνη προϋπόθεση, να μην έχουν χάσει εντελώς το παιδί μέσα τους! Αυτό που κάνουμε είναι χειραφετημένο, κοινωνικό θέατρο για παιδιά και νέους: μέσα από την ψυχαγωγία πραγματευόμαστε ζητήματα όπως ο ρατσισμός, η ξενοφοβία, η προσφυγιά, η πολιτισμική συνύπαρξη… Όλα αυτά τα στοιχεία υπάρχουν ήδη στο θεατρικό «Μια Γιορτή στου Νουριάν», με το οποίο ξεκινήσαμε το 2012 και από τότε έχει παιχτεί σε πολλά θέατρα και φεστιβάλ στην Ελλάδα καθώς και στη Γερμανία υπό την αιγίδα της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ. Τον Μάρτιο, μάλιστα, σε συνεργασία με τον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου, η παράσταση θα ξαναστηθεί για να εκπροσωπήσει την Κύπρο στην ανάληψη της προεδρίας της ΕΕ τον Απρίλιο στο Στρασβούργο. Πρόκειται βέβαια για κωμωδία, η οποία όμως αγγίζει με τρόπο εύστοχο σύνθετα κοινωνικά ζητήματα. Τα παιδιά είναι, ξέρεις, ένα αυθεντικό και σοβαρό κοινό, μπορούν να κατανοήσουν μια παράσταση και τα μηνύματά της καλύτερα και από τους μεγάλους πολλές φορές. Η δική μας προσπάθεια είναι όχι να τα καθοδηγούμε ή να τους προσφέρουμε έτοιμες συνταγές αλλά να τα παρακινούμε ώστε, μέσω του θεάτρου, να βρίσκουν εκείνα προτάσεις, λύσεις κι απαντήσεις. Φέτος παρουσιάζουμε την παράσταση «Ο Βάσος και η Βιβή», μια ακόμα κωμωδία που σκηνοθετούμε πάλι με τον Γιώργο Παλούμπη και αναφέρεται στην αξία της φιλίας, στον φόβο για το σκοτάδι, στην προσκόλληση στην οθόνη μιας τηλεόρασης ή ενός τάμπλετ, στον ανταγωνισμό στο καθημερινό παιχνίδι.

— Ισχύει, τελικά, το περίφημο «ένα γέλιο θα τους θάψει»;

Θα έλεγα ότι στη δική μας περίπτωση θα ίσχυε περισσότερο να λέγαμε: «Ένα γέλιο θα τους ξεμπροστιάσει». Το γέλιο που εννοούμε εμείς είναι αμιγώς οργανικό, μη ελεγχόμενο που ευφραίνει καρδίαν, απελευθερώνοντας την αναίτια χαρά της ύπαρξης. Ένα γέλιο σαν του Τσάρλι Τσάπλιν, ανατρεπτικό και σκωπτικό, το μυστικό όπλο των παιδιών, όταν βγάζουν τη γλώσσα στους μεγάλους και των αδυνάτων, όταν περιπαίζουν τους ισχυρούς. Ένα γέλιο, τέλος, της συγκίνησης, όταν αναγνωρίζεις τον εαυτό σου στον απέναντι, εκείνο που ενώνει τους ανθρώπους καθώς τους μαθαίνει να σκέφτονται και με την καρδιά εκτός από τον νου. Στη Συντεχνία του Γέλιου έχουμε την πεποίθηση ότι τα παιδιά αντιπροσωπεύουν την αθωότητα, τη φαντασία και τη συντροφικότητα απέναντι στον στερεότυπο κόσμο των ενηλίκων. «Τίποτα δεν χρειάζεται να μείνει όπως είναι αν είμαστε ενωμένοι και λειτουργούμε με κοινό νου, αγάπη και αυθάδεια» είναι το διαχρονικό σύνθημά μας.

Πηγή: www.lifo.gr